Η «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» και οι προεκτάσεις της

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Η «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» και οι προεκτάσεις της

«Ορκίζομαι στην τιμή και την αξιοπρέπειά μου ότι θα προστατεύσω την ύπαρξη και την ανεξαρτησία του κράτους, την αδιαίρετη ακεραιότητα του λαού και της πατρίδας, την χωρίς όρους και προϋποθέσεις κυριαρχία του λαού, ότι θα παραμείνω αφοσιωμένος στις αρχές του δημοκρατικού, κοσμικού, κοινωνικού κράτους δικαίου και στις αρχές του Ατατούρκ, ότι θα προσπαθήσω για την ευημερία και την ευτυχία του λαού μου, ότι δε θα διαχωριστώ από το ιδανικό ο κάθε άνθρωπος να επωφελείται από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες, ότι δε θα διαχωριστώ από την αφοσίωση προς το Σύνταγμα»[1].

Τα πιο πάνω αποτελούν τον κανονικό-συμβατικό όρκο που καλούνται να εκφωνήσουν οι Τουρκοκύπριοι εκλεγμένοι στη «βουλή». Η παράθεσή του όρκου αυτού είναι ιδιαίτερα σημαντική για να γίνουν πολιτικές και ιδεολογικές συγκρίσεις ιδιαίτερα σε μια περίοδο ρευστότητας αναφορικά με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Η Ντοούς Ντεριά, η 35χρονη φεμινίστρια του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος που το μικρό της όνομα σημαίνει «γέννηση», αποφάσισε με την εκφώνηση του δικού της όρκου στις 12 Αυγούστου 2013 να προκαλέσει ρήξεις στο υφιστάμενο ιδεολογικό καθεστώς, να προκαλέσει τη «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» όπως περιέγραψε τον όρκο της η εφημερίδα Αφρίκα στο πρωτοσέλιδο της επομένης. Ενώπιον των συναδέλφων της, η Ντοούς είπε τα εξής:  

«Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου»[2].

 
Οι διαφορές των δύο όρκων είναι ξεκάθαρες. Έστω και αν για πολλούς η προσπάθεια της Ντοούς περιορίζεται σε ένα συμβολικό επίπεδο, εντούτοις η ρήξη στο ιδεολογικό πλαίσιο δεν μπορεί να υποτιμηθεί γιατί αντικατοπτρίζει βαθύτερες διαδικασίες στην ίδια την τουρκοκυπριακή κοινωνία. Ο εναλλακτικός όρκος επιδίωξε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό να καταργήσει ή να διευρύνει τα στενά όρια που επέβαλε το καθεστώς του 1983. Το ακραίο πλαίσιο που επικράτησε τότε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν δημιούργημα των ευρύτερων συνθηκών που υπήρχαν στην Τουρκία από το πραξικόπημα της 12ηςΣεπτεμβρίου του 1980. Με αυτό τον τρόπο, οι βασικοί ιδεολογικοί άξονες του ντενκτασικού κράτους βασίστηκαν και εν πολλοίς νομιμοποιήθηκαν από το χουντικό πλαίσιο της εποχής στην Τουρκία. Οι δομές του 1983 είχαν υπό αυτή την έννοια την αποστολή να αναπαράξουν την εξουσία του τότε Τουρκοκύπριου ηγέτη ως μια εξουσία ξεκάθαρα τουρκική, ως μια εξουσία αναπόσπαστο κομμάτι του τουρκικού έθνους, ενός ένθους όμως που οριζόταν από τα πιο ακραία εθνικιστικά στοιχεία του στρατού. Ο Ντενκτάς αποτελούσε τον ηγέτη αυτού του τμήματος του τουρκικού έθνους, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι υπήρχαν μόνο όπως ο ίδιος ο ηγέτης επέβαλλε. Κατά τον ίδιο τρόπο, το κράτος του Ντενκτάς ήταν ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της ιδέας ενός ομοιογενούς τουρκικού έθνους μέσα στο οποίο συνυπήρχαν αρμονικά οι «έξω Τούρκοι» που στη συγκεκριμένοι περίπτωση ήταν το εκτός της Τουρκίας «εθνικό κομμάτι», οι Τουρκοκύπριοι.
 
Σε αυτό το σημείο, ο όρκος της Ντοούς εκφράζει μια προσπάθεια αμφισβήτησης. Μια ρήξη τόσο με το κοινωνικο-οικονομικό οικοδόμημα «πλιάτσικου» του 1983, όσο και με το ιδεολογικό εποικοδόμημα που ανατράφηκε στους κόλπους της τουρκοκυπριακής Δεξιάς. «Πρώτα ήθελα να μοιραστώ τη φωνή της συνείδησής μου και μετά ορκίστηκα κανονικά»[3], δήλωσε η Ντοούς Ντεριά αμέσως μετά το πρώτο σοκ. Αυτή η ομολογία αποκαλύπτει ότι ένα τουλάχιστον μέρος της τουρκοκυπριακής Αριστεράς υπογραμμίζει με επιμονή ότι το υφιστάμενο καθεστώς και η ιδεολογία του δεν ήταν και δεν πρόκειται να γίνουν προϊόν διεκδίκησης, ούτε καν δημοκρατικής διαπραγμάτευσης. Η διευκρίνηση της ότι δεν απορρίπτει τον κανονικό όρκο, τον οποίο και στη συνέχεια εκφώνησε, αποκαλύπτει ότι οι «κανονικές-συμβατικές» διαδικασίες του ντενκτασικού κράτους παραμένουν αναγκαίες ως ένα βαθμό (για αυτό το κομμάτι της Αριστεράς) εάν επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί, αλλά δεν ξεφεύγουν από το επίπεδο του τυπικού.

Επομένως θα μπορούσε να λεχθεί, ότι η προσπάθεια της Ντοούς καθρεφτίζει την απαξίωση προς ένα καθεστώς κηδεμονίας που δημιουργήθηκε παρά και εναντίον της τουρκοκυπριακής βούλησης. Αντικατοπτρίζει το διαχρονικό αίτημα για ισότητα και εκδημοκρατικοποίηση στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Δεν αποτελεί προσπάθεια ανατροπής ή κατάργησης χωριστών τουρκοκυπριακών δομών εξουσίας, αλλά σηματοδοτεί για μια ακόμη φορά τη θέληση της προοδευτικής μερίδας της κοινότητας για την κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής της μέσα από μια δημοκρατικότερη συνεργασία (ομοσπονδιακή λύση) με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Η ενέργεια της Τουρκοκύπριας φεμινίστριας δε θα έπρεπε να ξαφνιάσει, υπό κανονικές συνθήκες, τουλάχιστον την ίδια την κοινότητα της. Γιατί πέραν όλων των άλλων, αποτελεί την απτή απόδειξη ότι η πολιτική πραγματικότητα στα κατεχόμενα συγκροτείται πλέον (και) από νέους πρωταγωνιστές, οι οποίοι προβάλλουν μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες της τελευταίες εικοσαετίας. Η σημερινή σύνθεση της «βουλής» είναι αρκετά ενδεικτική. Από τους κομματικούς παράγοντες των τελευταίων είκοσι χρόνων, μετά την 28ηΙουλίου 2013 στα έδρανα υπάρχουν μόνο εφτά γνωστά πρόσωπα[4]. Η μεγαλύτερη αλλαγή συμβαίνει στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό, αφού από τους 21 εκλεγμένους οι 9 είναι νέα πρόσωπα. Συνεπώς υπάρχουν πιο ξεκάθαρες κάποιες νέες αντιλήψεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν το ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο.

Ο συνωστισμός νέων προσώπων σηματοδοτεί την σταδιακή και σταθερή απομάκρυνση από την βαριά σκιά του πολιτικού συστήματος που άφησε πίσω της η ΤΜΤ. Σήμερα ένας πολύ μεγάλος αριθμών εκλεγμένων δεν είχε άμεση σχέση με τις διεργασίες οικοδόμησης χωριστών δομών εξουσίας στην κοινότητα από το 1963. Αυτή η ομάδα πολιτικών στελεχών συσπειρώνει μέσα της περισσότερο τα προβλήματα που δημιουργεί η απομόνωση των Τουρκοκυπρίων ακριβώς λόγω της παρανομίας των δομών που τώρα καλούνται να διαχειριστούν. Επομένως στο επίκεντρο της σημερινής κατάστασης βρίσκεται και το εξής δεδομένο: Άνθρωποι όπως η Ντοούς Ντεριά, βρίσκονται σε μια θέση αντιφατικών επιπτώσεων. Από τη μια λόγω της ύπαρξης και λειτουργίας των δομών ενσωματώνονται και διεκδικούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό τη διαχείρισή τους. Από την άλλη όμως τα άλυτα προβλήματα της τουρκικής κηδεμονίας συντηρούν την απονομιμοποίηση, την απαξίωση αυτών των δομών και την απόσταση αντιρρήσεων που έχει τουλάχιστον το προοδευτικό κομμάτι της κοινότητας. Έτσι εάν ο όρκος της Ντοούς αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των αλλαγών της τελευταίας εικοσαετίας που εκφράστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο και στα αποτελέσματα της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης, τότε εύκολα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βιώνει αλλαγές προσώπων που μοιραία θα εκφραστούν σύντομα και σε αλλαγές πολιτικών αντιλήψεων στο δημόσιο χώρο.   

Οι προσπάθειες συνεργασιών και η θεωρία του «μεγάλου συνασπισμού» Ρεπουμπλικανικού και Εθνικής Ενότητας

Πάντως, ο όρκος προκάλεσε ρωγμές και στο κομματικό πεδίο. Ρωγμές που αφορούν και στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα. Η ενόχληση της τουρκοκυπριακής Δεξιάς ήταν περισσότερο από φανερή και ίσως δεδομένη. Εκφράστηκε με την αποχώρηση από την αίθουσα των στελεχών του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Δημοκρατικού, τη στιγμή που η Ντεριά ήταν ακόμα στο βήμα. Το ίδιο έπραξαν και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντερβίς Έρογλου με τον πρέσβη της Τουρκίας Ιμπραχίμ Άκτσια. Τους ακολούθησε όμως και ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, μια ενέργεια που δεν έμεινε ασχολίαστη από τον πυρήνα του Ρεπουμπλικανικού. Μάλιστα σε μια κίνηση πολλών μηνυμάτων, ο πρώην ηγέτης του κόμματος, Φερντί Σαμπίτ Σογιέρ αποχώρησε τη στιγμή που ορκίζονταν οι του Κόμματος Εθνικής Ενότητας. Η ερμηνεία μπορεί να είναι διπλή: Ο Σογιέρ από τη μια στήριξε τη νεαρή φεμινίστρια. Από την άλλη όμως επιδίωξε να διαφοροποιηθεί από τα μηνύματα και τις πράξεις του Ταλάτ. Άλλωστε οι κόντρες των δύο τα τελευταία χρόνια κατάντησαν κοινό μυστικό.

Ο Ταλάτ το τελευταίο χρονικό διάστημα αναλαμβάνει την επιδιόρθωση των σχέσεων του με την Άγκυρα και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, με το βλέμμα στις εκλογές για τον Τουρκοκύπριο ηγέτη τον Απρίλιο του 2015. Σε αυτό το πλαίσιο άλλωστε βρίσκονται και οι επίμονες του διακηρύξεις για την αναγκαιότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Εθνικής Ενότητας. Αυτός ο «μεγάλος συνασπισμός» ουσιαστικά πιστοποιεί την ύπαρξη δυνάμεων μέσα στο Ρεπουμπλικανικό, οι οποίες τάσσονται υπέρ του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού έτσι όπως εκφράζεται στο μνημόνιο συνεργασίας με την Άγκυρα. Το δικαιολογητικό για μια τέτοια εξέλιξη βρίσκει πολλούς αντιπάλους μέσα στο κόμμα της κεντροαριστεράς, όμως δεν απομακρύνεται από μια πραγματική βάση: Σύμφωνα με τη θεωρία του Ταλάτ και του κύκλου του, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας βρίσκεται σε μια περίοδο ανακατατάξεων και «κάθαρσης» από το εθνικιστικό παρελθόν τύπου ΤΜΤ. Το παραδοσιακό κόμμα της Δεξιάς, ως αποτέλεσμα της πρόσφατης διάσπασης, έχει απομακρυνθεί πλέον από τον έλεγχο του Έρογλου και συνεπώς απομακρύνεται σταδιακά και από τον τρόπο διαχείρισης των δομών του συγκεκριμένου κύκλου εξουσίας[5].

Μάλιστα η ενσωμάτωση των συνεργατών Έρογλου στο Δημοκρατικό Κόμμα του Ντεντάς, σηματοδοτεί την έναρξη διεργασιών σχηματισμού της «νέας Δεξιάς» στο Εθνικής Ενότητας. Επομένως, σύμφωνα με τη θεώρηση Ταλάτ, η όποια συνεργασία με τον Ντενκτάς υπονοεί συμμαχία του Ρεπουμπλικανικού με την πιο ακραία πολιτική εξαιτίας της οποίας για τόσα χρόνια η Αριστερά βρισκόταν στο περιθώριο. Αυτό το στοιχείο δεν αφήνει ασυγκίνητους πολλούς μέσα στο Ρεπουμπλικανικό, ακριβώς λόγω της διαχρονικής περιθωριοποίησης και καταδίωξης από το ντενκτασικό κατεστημένο. Παράλληλα ο Ταλάτ επιμένει ότι η πιθανότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Δημοκρατικό, αφήνει ανοιχτό παράθυρο σταθεροποίησης της παρουσίας του Έρογλου στο πολιτικό σκηνικό με προοπτική μάλιστα ενίσχυσης της εμπλοκής του Τουρκοκύπριου ηγέτη και στην εκτελεστική εξουσία. Με λίγα λόγια το κεντρικό επιχείρημα υπογραμμίζει ότι η «αιώνια αντιπαλότητα» του Ρεπουμπλικανικού με το Εθνικής Ενότητας, δεν έχει πλέον την ιστορική της βάση, αφού αυτή έχει μετακινηθεί στο Δημοκρατικό διαμέσου του συνασπισμού των «Εθνικών Δυνάμεων»[6].

Ανεξαρτήτως της κατάληξης των προσπαθειών για συνεργασία στην «κυβέρνηση», φαίνεται ότι το Ρεπουμπλικανικό θα αναγκαστεί να διαχειριστεί δύο πολύ μεγάλα ζητήματα πέραν του Κυπριακού. Το ένα είναι το μνημόνιο με την Τουρκία για το οποίο υποσχέθηκε ότι θα επιδιώξει αλλαγές. Σε αυτή την περίπτωση μάλλον θα μπορεί να συνεργαστεί καλύτερα με το Δημοκρατικό Κόμμα και το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας συγκεντρώνοντας έτσι 36 έδρες (21+12+3). Το δεύτερο ζήτημα είναι η αλλαγή του συντάγματος, επίσης αίτημα όλων των κομμάτων. Σε αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί εκτελεστική εξουσία να συγκεντρώνει τουλάχιστον 35 έδρες και συνεπώς το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού» κρατιέται στην επικαιρότητα ως επιπλέον του σεναρίου συνεργασίας των τριών που προαναφέρθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση που διεξάγεται με φόντο τις κομματικές συνεργασίες αναδεικνύει ακόμα ένα στοιχείο αλλαγών στα κατεχόμενα. Παλαιότερα και ιδιαίτερα μετά το 2000, τα λεγόμενα μεγάλα κόμματα ήταν περίπου δεδομένα – το Ρεπουμπλικανικό και το Εθνικής Ενότητας. Τα λεγόμενα μικρά επίσης ήταν δεδομένα – το Δημοκρατικό και οι διάφορες εκφράσεις του Κοινοτικής Δημοκρατίας. Πλέον τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα με αφορμή τη διάσπαση της Δεξιάς. Το Δημοκρατικό Κόμμα, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των ποσοστών του, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται το «μικρό κόμμα». Έχει μόνο δύο έδρες διαφορά από το Εθνικής Ενότητας (14 και 12) και συνεπώς μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερη εκπροσώπηση στην εκτελεστική εξουσία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πληροφορίες αναφέρουν ότι παρά τα προβλήματα η πιθανότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Δημοκρατικό είναι μεγαλύτερη λόγω πιέσεων από την βάση. Η πρόταση του Ντενκτάς που κατέθεσε ενώπιον του Ρεπουμπλικανικού συμπεριλαμβάνει πέντε «υπουργεία», κάτι που αρχικά αντιμετωπίζει τη δυσαρέσκεια της κεντροαριστεράς. Επίσης η αρχική πρόταση του Δημοκρατικού συμπεριλαμβάνει και τη σκέψη δημιουργίας ενός υπουργικού από τεχνοκράτες. Αναφορικά με το Κυπριακό, παρόλο που δεν βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα, τα δύο κόμματα διαφωνούν με τον Σερντάρ Ντενκτάς να προτείνει ότι σε περίπτωση αδιεξόδου της νέας διαδικασίας να ζητηθεί από την τουρκοκυπριακή πλευρά όπως σταματήσουν οριστικά.

Είναι γεγονός ότι το αποτέλεσμα των εκλογών, στο παρόν στάδιο, έχει μετατρέψει τον Ντενκτάς σε κάτι περισσότερο από ρυθμιστή της κατάστασης, κάτι βεβαίως που θα εξαρτηθεί από την σταθερότητα της συνεργασίας του με το μπλόγκ των «Εθνικών Δυνάμεων» που αποχώρησαν από το κόμμα του Κιουτσιούκ. Ακόμα ένα πλεονέκτημα για περισσότερες πιέσεις εκ μέρους του Σερντάρ Ντενκτάς είναι και το δεδομένο της «λαϊκής τιμωρίας» του Κόμματος Εθνικής Ενότητας λόγω της ολοκληρωτικής ταύτισής του με το μνημόνιο της Άγκυρας. Η επαναφορά του Κιουτσιούκ (που δεν εκλέγηκε καν) στο κέντρο της πολιτικής δεν παύει από του να είναι στοιχείο φθοράς για το Ρεπουμπλικανικό.

Ο πληθυσμός: Το «αιώνιο» πρόβλημα

Στις 13 Αυγούστου 2013 η Οργάνωση Κρατικού Σχεδιασμού ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του δεύτερου σταδίου της καταμέτρησης πληθυσμού που έγινε το 2011. Υπενθυμίζεται ότι τότε η καταμέτρηση αποτέλεσε στοιχείο πολύ έντονων αντιπαραθέσεων και η ανακοίνωση των νέων αριθμών μάλλον θα μετατραπεί και πάλι σε επίκεντρο πολιτικών εξελίξεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δεύτερου σταδίου που ανακοινώθηκαν ο dejure πληθυσμός ανέρχεται στις 286.257. Η επαρχία της Λευκωσίας έχει πληθυσμό 94.824, η Αμμόχωστο ακολουθεί με 69.741, η Κερύνεια με 69.163, η Μόρφου με 30.037 και το Τρίκωμο με 22.492.

Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία ο αριθμός των γεννημένων στην Κύπρο που διαμένει μόνιμα στις βόρειες περιοχές είναι 160.207 (56%), ενώ ο αριθμός του πληθυσμού που γεννήθηκε στην Τουρκία είναι 104.641 (36.6%).
 
 
 
 
 
 

[2] “Vicdani Yemin”, Yeni Düzen, 13.8.2013.
[4] “Ne şehit ne gazi. Sadece gadimici”, Afrika, 11.8.2013.
[5] Ozan Ceyhun, “KKTC seçimlerinin ardından sürprizlere gebe”, Haberdar, 29.7.2013.
[6] Şevki Kıralp, “Koalisyona doğru: Alternatifler ve Olasılıklar”, Gaile, Ένθετο Yeni Düzen, τχ. 226, 11.8.2013.

Ένας όρκος, μια φωνή συνείδησης!

Το κείμενο στην τουρκική, το οποίο χρησιμοποίησε η Ντοούς Ντεριά

«Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου».
 
Ότι δεν μπόρεσε κανένας άλλος εκλεγμένος Τουρκοκύπριος παράγοντας να πράξει από το 1983 μέχρι σήμερα, το έκανε η 35χρονη φεμινίστρια Ντοούς Ντεριά. Ο δικός της όρκος, ο οποίος θα μπορούσε να ήταν η φωνή της συνείδησης του κάθε Κύπριου, έχει κορυφώσει πλέον μια αντιπαράθεση που θα είναι δύσκολο να σταματήσει. Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται ξεκάθαρα η απόσταση – ιδεολογική και πολιτική – που χωρίζει ένα μέρος της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με τις συγκεκριμένες χωριστές δομές «έμπνευσης» του 1983. Κεντρικής σημασίας λοιπόν και η άποψη ότι το επιβαλλόμενο καθεστώς κηδεμονίας – ένα καθεστώς που για να είναι κηδεμονικό χρειάζεται εσωτερική συναίνεση – δεν είναι βιώσιμο και δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τις ανησυχίες ενός μέρους των Τουρκοκυπρίων. Αυτό το δεδομένο από μόνο του συγκροτεί ένα νέο περιβάλλον στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Ή τουλάχιστον επιβεβαιώνει ότι υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη διεκδίκηση για αλλαγή των σχέσεων των Τουρκοκυπρίων με την Άγκυρα.
 
Οι ερμηνείες στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι πολλές και διάφορες. Τα κίνητρα για τις ερμηνείες αυτές επίσης πολλά και διαφορετικά. Εκείνο όμως που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι η ανάπτυξη ενός νέου, σαφέστατα πιο δημοκρατικού εθνοκοινοτισμού των Τουρκοκυπρίων, ο οποίος φαίνεται έτοιμος να διεκδικήσει από την Άγκυρα αλλά ανέτοιμος να υποταχθεί σε μια συντηρητική ελληνοκυπριακή ηγεμονία. Ας γίνει αντιληπτός λοιπόν αυτός ο όρκος ως μια πρόκληση για όλους να κατανοήσουμε περισσότερο τις δυναμικές «του άλλου», ανεξάρτητα εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Να κατανοήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται αυτές οι δυναμικές και να επιδιώξουμε να βρούμε τα κοινά μας σημεία. Η απαξίωση των αντιπολιτευτικών δραστηριοτήτων της Τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι λανθασμένη ιστορικά, το ίδιο και η επιδίωξη θεοποίησής τους.
 

Το Video του όρκου της Ντοούς Ντεριά

Διαστάσεις της ψηφοφορίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Το βασικό χαρακτηριστικό του πλαισίου μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η ψηφοφορία στα κατεχόμενα την 28η Ιουλίου δεν ήταν οι γνωστές πτυχές του Κυπριακού που συνήθως γίνονται αντικείμενο αντιπαραθέσεων. Όμως το ευρύτερο πλαίσιο που περιβάλλει την τουρκοκυπριακή κάλπη συνιστά μέρος μιας σχετικά νέας κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας, η οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζει την εξέλιξη του Κυπριακού. Οι Τουρκοκύπριοι ψήφισαν με βασικό κριτήριο την πορεία του επιβαλλόμενου από την Άγκυρα μετασχηματισμού του ψευδοκράτους, αλλά και την ανάγκη της ίδιας της κοινότητας να επανακαθορίσει τις σχέσεις της με την Τουρκία.

Στη μια πλευρά του διλήμματος ήταν το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ), το οποίο τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε «τοπικό φορέα» υλοποίησης του μνημονίου της κυβέρνησης Έρντογαν. Το κόμμα ταυτίστηκε πλήρως με τις επιλογές της Άγκυρας και επιδίωξε να γίνει ο κυριότερος εκπρόσωπος της αντικατάστασης των «αρχαϊκών δομών» λειτουργίας του ψευδοκράτους από τις νέες δομές του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού. Προσπάθησε να αναλάβει το ρόλο κατάργησης ενός περιβάλλοντος «δυναστείας» όπου η εκτελεστική εξουσία ήταν ταυτόχρονα ο απόλυτος εκφραστής της κεμαλικής-κοσμικής εθνικής βούλησης, αλλά και ο πυλώνας διαμοιρασμού του «πλιάτσικου» με στόχο την παραγωγή και αναπαραγωγή εξαρτήσεων. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια ριζικής ανατροπής της ιδρυτικής φιλοσοφίας του ψευδοκράτους και των κύκλων που ανατράφηκαν από αυτό, με στόχο το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς στην Τουρκία και την οριστική ήττα ενός περίεργου μοντέλου «κρατικής» ανάπτυξης.

Η αντίφαση προέκυψε ακριβώς σε αυτό το σημείο: Ο Έρντογαν επέλεξε ως φορέα μετασχηματισμού εκείνη την πολιτική δύναμη που οικοδόμησε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα αυτό που ο ίδιος θέλει να κλείσει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Επομένως για να μετασχηματίσει το ψευδοκράτος θα έπρεπε προηγουμένως να μετασχηματίσει το ίδιο το ΚΕΕ. Ο Έρογλου και το ιστορικό του υπόβαθρο ήταν μια απειλητική παρουσία. Έτσι προέκυψαν οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο κόμμα, η φυγή της ομάδας Κασιήφ (ομάδα Έρογλου) και η συνεργασία της με τον Ντενκτάς. Μοιραία λοιπόν, η μία συνιστώσα του ευρύτερου πλαισίου των εκλογών ήταν αυτή που εξέφραζε ένα «εισαγόμενο» μοντέλο εκσυγχρονισμού, που εκτός των άλλων περιθωριοποιούσε την Τουρκοκυπριακή κοινότητα ως πολιτική ύπαρξη στην Κύπρο.

Σε αντιπαράθεση με το πιο πάνω, ήταν η αγωνία μιας μεγάλης μάζας της κοινότητας για τις συνέπειες του μνημονίου. Την ίδια στιγμή ήταν και η έκφραση διεκδίκησης για μια αναγκαία αλλαγή, η οποία όμως θα προέρχεται από την τουρκοκυπριακή πολιτική βούληση και τα ιδιαίτερα της χαρακτηριστικά. Σε αυτό το «στρατόπεδο» βρέθηκε η ευρύτερη κεντροαριστερά με επικεφαλής το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (ΡΤΚ) αλλά και μια μερίδα του τουρκοκυπριακού εθνικισμού έτσι όπως εκφράζεται από το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΚ) και το περιβάλλον Έρογλου. Επομένως το βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν η κοινή υπογράμμιση (σε διαφορετικό βαθμό και περιεχόμενο) της εθνοκοινοτικής ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων, της διεκδίκησης χειραφέτησης απέναντι στην Τουρκία, της θέλησης για δημιουργία προϋποθέσεων ενός τοπικού εκσυγχρονισμού που θα λαμβάνει υπόψη την κυπριακή διάσταση της κοινότητας και συνεπώς δε θα περιθωριοποιεί το διαχωριστικό-διαφοροποιητικό στοιχείο από την Τουρκία του Έρντογαν.

Στη βάση του πιο πάνω συλλογισμού, το αποτέλεσμα της κάλπης οδηγεί στα εξής συμπεράσματα: 1) Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα εκφράζει μια γενικότερη απαξίωση προς το πολιτικό σύστημα έτσι όπως εξελίχθηκε από το 1974 (περίπου 30% αποχή). 2) Οι δυνάμεις που ενισχύθηκαν ήταν αυτές που στον ένα ή στον άλλο βαθμό απέρριψαν το τουρκικό μνημόνιο, ενώ κατά την περίοδο 2009-2013 προέβαλαν ξανά το μεγάλο ζήτημα της αναγνώρισης της κοινότητας σε ιστορικό υποκείμενο, αυτή τη φορά απέναντι στην Τουρκία. 3) Αυτοί που επέλεξαν να εκφράσουν σε τοπικό επίπεδο τα ξένα προς την κοινότητα στοιχεία του εκσυγχρονισμού, ηττήθηκαν. Το ΚΕΕ από το 44% βρέθηκε στο 27%, ενώ ο Ιρσέν Κιουτσιούκ – ο «πρωθυπουργός» του μνημονίου – δεν κατάφερε να κερδίσει καν έδρα στη «βουλή». 4) Έστω και αν τα συνολικά ποσοστά της Δεξιάς είναι περίπου στο 50%, εντούτοις η κεντροαριστερά φαίνεται να βγαίνει από το ιστορικό περιθώριο. 5) Ο Έρογλου κατάφερε να ελιχθεί μέσα από τις τεράστιες πιέσεις της Άγκυρας και προς το παρόν να επιβιώσει. Την ίδια στιγμή ο Ταλάτ μπαίνει ξανά στο προσκήνιο ως διεκδικητής της ηγεσίας της κοινότητας.

Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι μετά την 28η Ιουλίου, η πολιτική ζωή στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι στο επίκεντρο μιας ριζικής αναδιαμόρφωσης. Οι αντιπαραθέσεις που έχουν στιγματίσει την πολιτική πραγματικότητα της κοινότητας, στέλνουν σαφώς το μήνυμα της διεκδίκησης για αλλαγή του περιεχομένου των σχέσεων Τουρκοκυπρίων-Τουρκίας. Αυτό γίνεται ανεξάρτητα από το εάν οι κομματικές ηγεσίες των Τουρκοκυπρίων θα διεκδικήσουν αυτή την αλλαγή ή όχι. Στη δημόσια σφαίρα έχουν ήδη καταγραφεί αιτήματα «κυπροκεντρικού» προσανατολισμού, τα οποία υπό προϋποθέσεις ανανοηματοδοτούν το ρόλο της Τουρκίας στην Κύπρο ιστορικά. Ιδιαίτερα ενώπιον της νέας πρωτοβουλίας συνομιλιών, επιβάλλεται όπως οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων αξιολογηθούν στο κυπριακό τους περιβάλλον και να μετατραπούν σε μια βάση διαλόγου και συνεργασίας με τις προοδευτικές-ομοσπονδιακές δυνάμεις της κοινότητας.
Νίκος Μούδουρος
 
Δημοσίευση: Καθημερινή Κύπρου, 4.8.2013
CyprusNews.Eu, 5.8.2013
  

Μια ήττα του Ερτογάν και ένα νέο πλαίσιο ρευστότητας στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα


Από το νέο τεύχος της Δέφτερης Ανάγνωσης

 
Τουρκοκυπριακές εκλογές: μια ήττα του Ερτογάν και ένα νέο πλαίσιο ρευστότητας με τρεις πρωταγωνιστές – Ρεπουμπλικανικό κόμμα, Σερντάρ, Έρογλου

Τελικά, όντως δεν του βγαίνουν οι τουρκοκυπριακές εκλογές του Ερτογάν. Και το 2010, φημολογείτο ότι ο κ. Ερτογάν και το κόμμα του είχαν προσπαθήσει να βοηθήσουν τον κ. Ταλάτ, αν και συνοδεύονταν από φήμες ότι υπόγεια στήριξε και τον Έρογλου. Αυτή τη φορά, η επένδυση του Ερτογάν ήταν πιο άμεση – από το 2011 είχε εμπλακεί σε μια αντιπαράθεση με τους τουρκοκύπριους, που οδήγησε σε κόντρα, όχι μόνο με τα συνδικάτα και την κουλτούρα της αριστεράς, αλλά και με τη δεξιά. Το τελευταίο διάστημα, η αντιπαράθεση εστιάστηκε στον έλεγχο του μέχρι πρόσφατα κυβερνώντος κόμματος εθνικής ενότητας. Οι διαμάχες στο συνέδριο, που οδήγησαν σε διάσπαση το κόμμα και τελικά σε εκλογές ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να πει κάποιος ότι ένα ποσοστό άνω των 70% απέρριψε τον επεμβατισμό του Ερτογάν. Και αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για σημαντικές διαρροές προς τα αριστερά από περιοχές με πληθυσμό από την Τουρκία, τότε υπάρχει και μια τάση κυπριοποιημένων εποίκων μεταναστών, που αντιδρά στις τούρκικες παρεμβάσεις.

Οι κερδισμένοι στην τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι τρεις: η αριστερά γενικά και πιο ειδικά το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ο Σερντάρ Ντεκτάς και ο Έρογλου.

Ο Αριστερός πόλος: ενισχυμένος και σε καθοριστικό ρόλο

Όσον αφορά στην αριστερά, αυξήθηκαν τόσο τα συνολικά της ποσοστά από τις προεδρικές – από το 43% του 2010 έφτασαν σχεδόν το 48-50% – όσο και τα ποσοστά των μεγάλων κομμάτων της: το Ρεπουλικανικό Κόμμα από το 26% το 2009 βρέθηκε στο 38%. Μπορεί να ανέμενε μεγαλύτερα ποσοστά, αλλά και αυτό το ποσοστό είναι σημαντικό ιστορικά – δείχνει μια τάση να σταθεροποιείται ως το μεγάλο κόμμα/πόλος στην αριστερά και να λειτουργεί ως εναλλακτική λύση στη διαχείριση των θεσμών. Το ότι η αριστερά ξεφεύγει επίσης από το ποσοστά του ενός τρίτου των ψήφων, που ήταν χαρακτηριστικό της περιόδου πριν το 2000, είναι επίσης αξιοσημείωτο. Το κόμμα  Κοινοτικής Απελευθέρωσης, το οποιο εχει μια δικη του αυτονομη ιστορια, φαίνεται ότι μένει για την παρούσα φάση σε δεύτερο ρόλο στην αριστερά. Πάντως το ότι είχε σχετική άνοδο – και άρα δεν διέρρευσαν ψήφοι του προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δείχνει επίσης και την ύπαρξη μιας αριστεράς, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ίσως σε αυτήν την διαφοροποίηση να οφείλεται και το ότι δεν εξασφάλισε τα ποσοστά που ήλπιζε. Ανάλογα μπορεί να πει κάποιος και για το κόμμα Ενωμένη Κύπρος που είχε μεν άνοδο, αλλά όχι όση πιθανώς ήλπιζε.

Ο Ταλάτ και η επαναδιεκδίκηση της προεδρίας

Ο Ταλάτ μπορεί να νιώθει κάπως πιο άνετα στους σχεδιασμούς για επαναδιεκδίκηση της ηγεσίας της κοινότητας το 2015. Βασική προϋπόθεση, όμως, παραμένει η στήριξη του από ένα συσπειρωμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, είτε θα επιλέξει να είναι κομματικός υποψήφιος, είτε ανεξάρτητος. Για αυτό, σε καμιά περίπτωση δε θα θέλει την εσωτερική αντιπαράθεση στο κόμμα, ιδιαίτερα σε ζητήματα, όπως η οικονομία και το Κυπριακό. Η διαρροή της συνομιλίας του με συνεργάτες του το 2009 από παρακολουθήσεις (μάλλον των μυστικών υπηρεσιών), που έγινε την προηγούμενη βδομάδα, έδειξε την αποδοχή του σε σκληρά μέτρα λιτότητας, καθώς και τη συναίνεση του σε ενδεχόμενο «μεγάλο συνασπισμό», δηλαδή τη συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας. Αυτά τα στοιχεία, έστω και υπόγεια, έχουν τραυματίσει περαιτέρω την εικόνα του, ανάμεσα στην αριστερή πτέρυγα του Ρεπουπλικανικού Κόμματος και θα πρέπει να κάνει κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Πάντως, σε περίπτωση κορύφωσης νέων πρωτοβουλιών στο Κυπριακό, θα εμφανιστεί ως ο παράγοντας που μπορεί καλύτερα από τον Έρογλου να διαχειριστεί το δόγμα του «ένα βήμα μπροστά», δόγμα το οποίο αναμένεται να «ξαναζωντανέψει» κατά τη διάρκεια των επόμενων συνομιλιών.

Τελικά έπαιξε έξυπνο παιχνίδι ο Έρογλου

Στο χώρο της δεξιάς ο υποψήφιος του κ. Ερτογάν, ο κ. Κουτσιούκ είναι ξεκάθαρα ο μεγάλος χαμένος. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φήμες για την ικανότητα του κ. Έρογλου να χειρίζεται τα παρασκήνια επιβεβαιώθηκε – όπως και ο Ρ. Ντεκτάς διέσπασε το κόμμα Εθνικής Ενότητας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Έρογλου κατάφερε κάτι που φαινόταν πολύ δύσκολο με δεδομένη την δυναμική του Ερτογάν μέχρι πριν λίγους μήνες. Ουσιαστικά, ο κ.Έρογλου δεν κινήθηκε μόνο εσωκομματικά – διένυσε και μια σχετικά μεγάλη ιδεολογική απόσταση, από εκπρόσωπος του τουρκοκεντρικού εθνικισμού, σε εκφραστή – όπως εμφανίστηκε προεκλογικά – του κοσμικού κεμαλικού κυπροκεντρισμού των τουρκοκύπριων – έστω της δεξιάς. Με αυτή την του κίνηση, ο Έρογλου βγήκε από την απομόνωση στην οποία προσπαθούσε να τον σπρώξει ο Ερτογάν και κατάφερε τώρα να έχει το πάνω χέρι στον χώρο της τουρκοκυπριακής δεξιάς – ως πρόεδρος που εκλεγηκε από αυτήν, αλλά που ταυτόχρονα έχει πρόσβαση στο ποσοστό που έφυγε προς το Δημοκρατικό κόμμα. Και επιπλέον, ο κ. Έρογλου άνοιξε και την πόρτα συνεργασίας με την αριστερά – όπως έδειξε και με το διορισμό στελέχους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ως υπηρεσιακού πρωθυπουργού.

Και η επιστροφή του Σερντάρ

Ο άλλος κερδισμένος είναι ο Σ. Ντενκτάς, ο οποίος μετά από χρόνια καθηλωμένος σε ποσοστά,  κατάφερε να περάσει το 20% και να εμφανιστεί πια ως σοβαρός υποψήφιος για εναλλακτικό κόμμα της κεντροδεξιάς. Ουσιαστικά, όμως, επιβεβαίωσε ότι είναι όντως ο king maker της τουρκοκυπριακής πολιτικής σκηνής. Με αυτόν κυβέρνησε ο Ταλάτ, με αυτόν εκλέγηκε ο Έρογλου, και παρά την αντιπάθεια που τρέφει για την οικογένεια Ντεκτάς, ο Ερτογάν, είναι δύσκολο να μην στηρίζει την νέα κυβέρνηση. Ένας αποκλεισμός μπορεί απλώς να αυξήσει την δύναμη του.

Τα αποτελέσματα σε δυο άξονες: κυπροκεντρισμός και λύση

Αν δει κάποιος τα αποτελέσματα με βάση δυο βασικούς άξονες – τη λύση του κυπριακού και τη σχέση με την Τουρκία, τότε το σκηνικό είναι ενδιαφέρον:

1.            Υπάρχει μια σαφής άνοδος του κυπροκεντρισμού, που καλύπτει πια και την τουρκοκυπριακή δεξιά. Αυτή η τάση δεν είναι νέα – και εμπεριέχεται και στο σύνθημα των κινητοποιήσεων μετά το 2000 «αυτή η χώρα είναι δική μας». Διότι υπήρχε μεν μια διάθεση λύσης, αλλά υπήρχε και μια διεκδίκηση σεβασμού – και απέναντι στην Τουρκία, αλλά και απέναντι στους ελληνοκύπριους. Το ενδιαφέρον αυτήν την περίοδο είναι ότι η ανάπτυξη του κυπροκεντρισμού δεν είναι μόνο προϊόν μιας πολιτισμικής διαφοροποίησης – που κτίζει και στο «ευρωπαίοι» – «ανατολίτες» – αλλά και μιας βαθύτερης αντιπαράθεσης με την προσπάθεια του Ερτογάν να επιβληθεί και οικονομικά στην τ/κ κοινότητα.

2.            Όσον αφορά στη λύση του κυπριακού, η αναμενόμενη συμμετοχή του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στην κυβέρνηση θα δώσει έμφαση στα στοιχεία των προηγούμενων διαπραγματεύσεων. Ο μεν κ. Έρογλου μπορεί να διαπραγματεύεται και από την οπτική του τουρκοκυπριακού εθνικισμού – όχι τούρκικου – αλλά έχοντας τις πιέσεις από την Τουρκία, θα πρέπει να διαπραγματευτεί και τα συμφέροντα της κοινότητάς του ανάμεσα σε δυο πόλους –  την Τουρκία και την Ευρώπη. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι μια νίκη των οπαδών του Ερτογάν θα έδινε περισσότερες πιθανότητες στην κίνηση προς λύση – αν υποθέσει κάποιος ότι ο τούρκος πρωθυπουργός έχει συμφέροντα να κάνει τέτοιες κινήσεις. Αυτό όμως μάλλον θα σήμαινε ότι ο Ερτογάν θα διαπραγματευόταν την τύχη της βόρειας Κύπρου μόνος του. Τώρα οι τουρκοκύπριοι θα διεκδικήσουν, επίσης, τα δικά τους συμφέροντα ως κοινότητα – και αυτό βέβαια θα γίνει και στο πλαίσιο των σχέσεων τους και των ιστορικών συζητήσεων-διαπραγματευσεων με τους ελληνοκύπριους, αλλά, και εδώ είναι ίσως μια σημαντική καινοτομία, και απέναντι στην τάση μερικών στην Άγκυρα να τους θεωρούν υποτελείς. Και αυτό, μπορεί να είναι και ευκαιρία για τις δυο κοινότητες, αλλά και οι ελληνοκύπριοι θα είναι δύσκολο πια να συντηρούν το μύθο ότι η βόρεια Κύπρος είναι απλώς προτεκτοράτο της Τουρκίας.
 
 
Δέφτερη Ανάγνωση, 31 Ιουλίου-6 Αυγούστου 2013
 

Πρώτα «μαθήματα» της τουρκοκυπριακής κάλπης

ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΩΡΩΝ «ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ» ΤΗΣ 28ης ΙΟΥΛΙΟΥ 2013 ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

 

Κόμμα
Ποσοστό %
«Έδρες»
CTP-BG
38.4%
21
UBP
27.2%
14
DPUG
23%
12
TDP
7.4%
3
BKP-TVG
3.2%
0
 
 
 

 

Το πολιτικό πλαίσιο της ψηφοφορίας στα κατεχόμενα χαρακτηρίστηκε έντονα από την πορεία μετασχηματισμού έτσι όπως προκύπτει από το οικονομικό πρωτόκολλο της Άγκυρας, αλλά και τις επιπτώσεις που έχει στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τελικά, η πραγματικότητα που οικοδομείται ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους και η οποία φαίνεται καταρχήν να καταγράφεται και στα αποτελέσματα είναι μια γενικότερη απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα. Η συμμετοχή στις εκλογές ήταν περίπου στο 70%, ποσοστό που αποτελεί το δεύτερο χαμηλότερο σε σχέση με το 67% των «εκλογών» του 1991. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι το 1991 το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα και το Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης είχαν αποφασίσει να μποϊκοτάρουν τη ψηφοφορία. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό επηρεασμού της συμμετοχής ήταν και η περίοδος διεξαγωγής των «εκλογών», αφού ιστορικά είναι η πρώτη φορά που γίνονται Ιούλιο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στις «εκλογές» της 14ης Δεκεμβρίου 2003 το ποσοστό συμμετοχής ήταν 86.48%, στις πρόωρες «εκλογές» της 20ηςΦεβρουαρίου 2005 ήταν 80.76% και στις «εκλογές» της 19ης Απριλίου 2009 το ποσοστό συμμετοχής έφτασε στο 81.70%.


Ο νικητής: Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (ΡΤΚ)

Το ΡΤΚ κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του από 29.3% το 2009, σε 38.4% το 2013. Έστω και αν δεν κατάφερε να υλοποιήσει τον βασικότερο στόχο που ήταν ο σχηματισμός αυτοδύναμης «κυβέρνησης», με βάση αυτό το ποσοστό αναλαμβάνει την εντολή σχηματισμού της. Η επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Οι κυριότεροι έχουν ως εξής: επιτυχία στη συσπείρωση της δικής του βάσης σε μια περίοδο έντονης απαξίωσης και αποχής των Τουρκοκυπρίων από την πολιτική δραστηριότητα. Το κόμμα κατάφερε να διατηρήσει ως ένα βαθμό την καλή λειτουργία των τοπικών του επιτελείων.

Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι η σύντομη παρουσία της Σιμπέλ Σιμπέρ (που προέρχεται από το Ρεπουμπλικανικό) ως υπηρεσιακού «πρωθυπουργού» πρόσθεσε στα υπέρ του κόμματος γιατί ανέδειξε έστω και σε μερικά ζητήματα ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης όπου η άρνηση σε επιβολές μπορεί να είναι εφικτή. Για παράδειγμα ακύρωσε τις αναμενόμενες από την Τουρκία εισαγωγές των «αντιτρομοκρατικών» οχημάτων σε μια εποχή πρωταγωνιστικής τους παρουσίας στις κινητοποιήσεις του Γκεζί, ενώ ξεκίνησε πιο ουσιαστικές έρευνες από προηγουμένως σε ζητήματα παραχώρησης «υπηκοοτήτων» σε έποικους. Καθοριστικός παράγοντας για την επάνοδο του Ρεπουμπλικανικού ήταν και η μεγάλη φθορά του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) σε συνδυασμό με τη διάσπαση του. Η διάσπαση στους ψήφους της Δεξιάς μεταξύ ΚΕΕ και Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΚ) αφαίρεσε τελικά την όποια δυνατότητα από τον Κιουτσιούκ να συνεχίσει απρόσκοπτα την υλοποίηση του οικονομικού πρωτοκόλλου και ανέδειξε το Ρεπουμπλικανικό ως μια άλλη (έστω όχι η καλύτερη) υπό τις περιστάσεις προοπτική.

Τα δύσκολα για το νικητή θα ξεκινήσουν από την επομένη της ψηφοφορίας. Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ αριστερών και φιλελευθέρων έμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρασκήνιο. Το τρίχρονο οικονομικό πρωτόκολλο της Άγκυρας αποτελεί το επίκεντρο του διαχωρισμού των δύο μεγάλων ομάδων μέσα στο Ρεπουμπλικανικό με τις διαφωνίες τους να επεκτείνονται σε κάποια ζητήματα του Κυπριακού και των σχέσεων με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η παρουσία γνωστών και νέων αριστερών προσωπικοτήτων στο ψηφοδέλτιο του κόμματος, φαίνεται να ήταν μια αρχική δήλωση προτιμήσεων της κομματικής βάσης. Όμως θα πρέπει να αναμένονται τα ολοκληρωμένα αποτελέσματα για να φανεί τελικά ποιοι εκλέγονται, αλλά και πως θα συμπεριφερθούν έναντι των σκληρών μέτρων του πρωτοκόλλου. Βασικό στοιχείο αντιπαραθέσεων φαίνεται να είναι η πορεία ιδιωτικοποιήσεων, για την οποία υπάρχουν ξεκάθαρες ρήτρες στο πακέτο της Άγκυρας. Δύσκολο σημείο αναμένεται να είναι και η επιλογή των εταίρων του συνασπισμού. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν δυνάμεις στην Άγκυρα και εντός του κόμματος που ευνοούν συνεργασία με το ΚΕΕ με στόχο την απορρόφηση αντιδράσεων και την τελική ενσωμάτωση μεγάλου μέρους της κοινωνίας στην εφαρμογή του μετασχηματισμού. Χαρακτηριστική η πρώτη δήλωση του ηγέτη του κόμματος, Οζκάν Γιοργαντζίογλου, ο οποίος υπογράμμισε ότι «θα τηρήσουμε ίσες αποστάσεις από όλους». Το ίδιο γνωστές όμως είναι και οι μεγάλες αντιδράσεις εντός του Ρεπουμπλικανικού σε ενδεχόμενη συνεργασία με το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς.

Ο ηττημένος: Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας

Το ΚΕΕ αποτέλεσε από το 2009 και μετά το φορέα μετασχηματισμού των δομών στα κατεχόμενα με βάση τα δύο τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα (2010-2012 και 2013-2015). Η ηγεσία του κόμματος επέλεξε να ταυτιστεί πλήρως με τις επιλογές της τουρκικής κυβέρνησης στο νέο ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο που οικοδομείται αυτή τη στιγμή. Τελικά το βασικό πρόβλημα προέκυψε από τις ίδιες τις παραδόσεις της τουρκοκυπριακής Δεξιάς. Το ΚΕΕ θεωρείται μέχρι σήμερα η πολιτικοποιημένη μορφή της ΤΜΤ, δηλαδή της ιδρυτικής φιλοσοφίας των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1963 και μετά. Ως τέτοιο, το κόμμα αποτέλεσε ένα «ενδιάμεσο σταθμό» μετασχηματισμού εάν θα μετατρεπόταν ο φορέας εκπροσώπησης του «νέου κράτους» που οικοδομείται.

Στο σημείο αυτό προκύπτει η εσωτερική σύγκρουση αφού η κυβέρνηση Έρντογαν επιδίωξε να «καθαρίσει» το κόμμα από τους εκπροσώπους των «παλαιών» συμφερόντων. Για παράδειγμα ο Έρογλου και ο κύκλος του αποτελούσαν εμπόδιο στη νέα μορφή διαχείρισης των κατεχομένων. Τελικά οι εσωτερικές συγκρούσεις οδήγησαν οκτώ «βουλευτές» και άλλα στελέχη στην έξοδο από το ΚΕΕ και στην συμμετοχή τους στο Δημοκρατικό του Σερντάρ Ντενκτάς. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με την αντίδραση της κοινότητας στα σκληρά μέτρα του πρωτοκόλλου, προκάλεσαν την μείωση των ποσοστών του κόμματος από 44% το 2009 σε περίπου 27% το 2013. Το ΚΕΕ φαίνεται ότι θα περάσει από μια μεγάλη περίοδο εσωτερικών ανακατατάξεων, γεγονός που θα ξεκαθαρίσει και τις προθέσεις Έρντογαν αναφορικά με το πώς οραματίζεται το μεγάλο χώρο της συντηρητικής Δεξιάς στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Παράλληλα, το ΚΕΕ θα έχει να διαχειριστεί και τις φήμες που ακούστηκαν από την πρώτη στιγμή μετά τα αποτελέσματα για συνεργασία με το κεντροαριστερό ΡΤΚ.

Ένας «ιδιότυπος» τουρκοκυπριακός Εθνικισμός στο προσκήνιο: Το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΚ)

Το ΔΚ του Σερντάρ Ντενκτάς έθεσε εξ αρχής το στόχο να απορροφήσει τη μερίδα εκείνη της τουρκοκυπριακής Δεξιάς που αντιδρούσε στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης Έρντογαν. Επιδίωξε να εμφανίσει ένα πιο συγκροτημένο ιδεολογικό χώρο με έντονο το στίγμα ενός «κοσμικού» εθνικισμού έτοιμου να επαναδιαπραγματευτεί τις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Υπογράμμισε επίσης ότι το πρωτόκολλο θα ήταν ένα θέμα «ανοιχτό σε συζήτηση», ιδιαίτερα σε ότι αφορούσε κάποια πολύ σοβαρά ζητήματα όπως οι ιδιωτικοποιήσεις και ο τρόπος που εφαρμόστηκαν. Ο σχηματισμός του συνδυασμού των «Εθνικών Δυνάμεων» με τους αποχωρήσαντες/αποβληθέντες από το ΚΕΕ, ήταν μια ουσιαστική και συμβολική κίνηση αντίδρασης προς την νέα κατεύθυνση που φαίνεται να παίρνει το ΚΚΕ στον ευρύτερο συντηρητικό χώρο της κοινότητας. Από το αποτέλεσμα φαίνεται ότι το ΔΚ κατάφερε να συσπειρώσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της τουρκοκυπριακής Δεξιάς αντιπολίτευσης προς την Τουρκία, κερδίζοντας ποσοστό 23% έναντι του 10.6% που πήρε το 2009. Με βάση το αποτέλεσμα αυτό, το ΔΚ φαίνεται να διεκδικεί τη μετατροπή του σε εταίρο σχηματισμού «κυβέρνησης». Όμως το μεγαλύτερο εμπόδιο προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να είναι ο Έρντογαν οι σχέσεις του οποίου με τον κύκλο Ντενκτάς- Έρογλου δεν είναι καθόλου καλές.

Οι υπόλοιποι της Αριστεράς: Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας (ΚΚΔ) και το Κόμμα Ενωμένης Κύπρου (ΚΕΚ)

Οι δύο αυτοί συνδυασμοί επιδίωξαν να διατηρήσουν αποστάσεις από το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα, ιδιαίτερα στα ζητήματα εκείνα που ο νικητής των εκλογών ήθελε να αποφύγει τη δημόσια αντιπαράθεση. Το ΚΚΔ του Τσιακιτζί κατάφερε μια μικρή μόνο άνοδο των ποσοστών του, από 6.8% το 2009 σε 7.4% που προς το παρόν του επιτρέπει την εκπροσώπηση στη «βουλή» με τρεις έδρες εκτός απροόπτου. Τη μεγαλύτερη όμως δυσκολία είχε να αντιμετωπίσει το ΚΕΚ αφού συνειδητά επέλεξε να αναπτύξει ένα ιδιαίτερα ριζοσπαστικό λόγο ενάντια στην Τουρκία και τις παρεμβάσεις της. Η συμμαχία του ΚΕΚ έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες συσπείρωσης δυνάμεων από τα προοδευτικά συνδικάτα της κοινότητας και ο στόχος που έθεσε είναι να ξεπεράσει το 5% κερδίζοντας μία έδρα. Τελικά έμεινε στο 3.2% με πολύ καλά ποσοστά της τάξης του 4.5% στη Λευκωσία όπου παρατηρείται πυκνότητα τουρκοκυπριακής ψήφου. Εμπόδιο στην προσπάθεια του ΚΕΚ αποτέλεσε τελικά και η απόφαση του Κόμματος Νέα Κύπρος για μποϊκοτάρισμα των εκλογών. Το Κόμμα Νέα Κύπρος μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας σύμμαχος στις θέσεις του ΚΕΚ και θα μπορούσε να προσφέρει μια ισχυρότερη δυναμική, όμως προτίμησε την παραδοσιακή του απόφαση για συνολικό μποϊκοτάρισμα.

 

Νίκος Μούδουρος
Δημοσίευση http://cyprusnews.eu στις 29 Ιουλίου 2013

 

Λίγες ώρες πριν την κάλπη: Η νέα κατάσταση ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους

 
Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα: Η νέα κατάσταση λίγες ώρες πριν την κάλπη

Μόνο μερικά 24ωρα πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας στα κατεχόμενα είναι εφικτό να καταγραφούν ορισμένες τάσεις ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και την κοινωνία, οι οποίες όχι μόνο θα επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα θα αναδείξουν ευρύτερες δυναμικές των επόμενων χρόνων. Οι πρόωρες εκλογές της 28ης Ιουλίου στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, διεξάγονται υπό τη σκιά που δημιουργεί η εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, η φθορά και η διάσπαση της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, η αποτυχία κατάληξης στο Κυπριακό και επιπλέον η κρίση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, η οποία δημιούργησε πολλαπλούς συνειρμούς ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Στο επίκεντρο της πολιτικής πραγματικότητας της κοινότητας βρίσκεται η κατάσταση έτσι όπως εξελίχθηκε ιδιαίτερα μετά το 2010 όταν πλέον αποφασίστηκε από την τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία ότι ο μετασχηματισμός των δομών θα έπρεπε να προχωρήσει με κάθε κόστος. Με λίγα λόγια, στις εκλογές της 28ης Ιουλίου, ίσως για πρώτη φορά και με τόσο έντονο τρόπο το σημείο αναφοράς θα κινηθεί σε δύο πολύ σημαντικούς άξονες: Ο πρώτος είναι οι σχέσεις που διεκδικούν να έχουν οι Τουρκοκύπριοι με την Άγκυρα. Ο δεύτερος είναι το πώς αντιμετωπίζουν σε σχέση με την Άγκυρα τις δομές που επικράτησαν ανάμεσα τους ιδιαίτερα μετά το 1974. Επομένως η σημασία αυτής της ψηφοφορίας είναι μεγάλη για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Η «σιωπηλή» επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα παρουσιάζεται πλέον ο βέβαιος νικητής των εκλογών με τα ποσοστά του να κινούνται μεταξύ 35-40%. Έχει σοβαρές πιθανότητες για να σχηματίσει αυτοδύναμη «κυβέρνηση», όμως αυτό θα εξαρτηθεί κυρίως από την γενική αποχή και τα ποσοστά που θα κερδίσει επιπλέον από τη μικτή ψήφο (οριζόντια). Η επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού βασίζεται κυρίως στη μεγάλη φθορά του Κόμματος Εθνικής Κοινότητας και στη διάσπαση της Δεξιάς. Οι εξελίξεις αυτές προκύπτουν ως συνέπεια του οικονομικού πρωτοκόλλου και του τρόπου με τον οποίο επέλεξε το Κόμμα Εθνικής Ενότητας να διαχειριστεί τις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Την ίδια στιγμή το Ρεπουμπλικανικό κατάφερε παρά τα πολλά εσωτερικά του προβλήματα να εμφανιστεί ως «μια πιο καλή επιλογή» (και όχι η καλύτερη) για την κοινότητα, αφού τήρησε μια αξιοπρεπέστερη στάση έναντι των ξεκάθαρων επιβολών της τουρκικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα καταψήφισε την απόφαση για καθορισμό ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και ψευδοκράτους (για τον Έρντογαν ήταν «ασυγχώρητη» κίνηση) ενώ αντέδρασε πιο συγκροτημένα σε σχέση με το παρελθόν ενάντια σε πολιτικές όπως η αύξηση παραχώρησης υπηκοοτήτων και η ανεξέλεγκτη μεταφορά πηγών κερδοφορίας σε Τούρκους επιχειρηματίες. 

Καταλυτικός παράγοντας για την ενίσχυση του κόμματος φαίνεται να είναι και το ότι σε συνθήκες πλήρους απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, σε συνθήκες όπου τα εσωτερικά προβλήματα του Κόμματος Εθνικής Ενότητας μονοπωλούσαν την επικαιρότητα για μήνες ολόκληρους και έφτασαν μέχρι του σημείου να παραλύσουν τις εργασίες της «βουλής», το Ρεπουμπλικανικό κατάφερε να μην μετατρέψει τα εσωτερικά του προβλήματα σε δημόσιο ζήτημα. Ενισχυτική ήταν και η σύντομη, αλλά αποτελεσματική παρουσία της Σιμπέλ Σιμπέρ ως υπηρεσιακού «πρωθυπουργού», η οποία κατάφερε να αναδείξει ένα νέο πνεύμα αναφορικά με τη διαφάνεια. Κατάφερε δηλαδή να δείξει ένα διαφορετικό δρόμο στην εφαρμογή αποφάσεων από το συνηθισμένο για τους Τουρκοκύπριους: οι αποφάσεις λαμβάνονται στη πρεσβεία και ο εκάστοτε «πρωθυπουργός» αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο της δημοσιοποίησης τους ωσάν να ήταν τουρκοκυπριακής προέλευσης.

Όμως η κρίσιμη μέρα για το Ρεπουμπλικανικό φαίνεται πλέον να είναι η 29η Ιουλίου. Και τη νέα πραγματικότητα στην εξουσία επηρεάζει η πορεία της εσωτερικής αντιπαράθεσης μεταξύ αριστερών και φιλελεύθερων. Προϊόν αυτής της σύγκρουσης που έμεινε στα παρασκήνια ήταν και το πρόγραμμα του κόμματος. Στις  24 σελίδες του προεκλογικού ντοκουμέντου αποφεύγεται έντονα η αναφορά είτε σε απόρριψη, είτε σε αποδοχή του οικονομικού πρωτοκόλλου. Το όραμα του κόμματος σε σχέση με το Κυπριακό καλύπτεται από μερικές γενικόλογες αναφορές στα συμφωνηθέντα Χριστόφια-Ταλάτ σε μία και μόνο παράγραφο, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση εάν κάποιος αναλογιστεί τη σημασία που έπαιξε η διεκδίκηση για λύση του προβλήματος στο ιστορικό υπόβαθρο και τη δημιουργία του Ρεπουμπλικανικού. Πάντως στον ίδιο βαθμό όμως θετική αίσθηση προκάλεσε η συμπερίληψη στο ψηφοδέλτιο του κόμματος, αριστερών προσωπικοτήτων και μάλιστα γνωστών για την κριτική που άσκησαν όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στις φιλελεύθερες επιλογές που έγιναν από το Ρεπουμπλικανικό, ιδιαίτερα την περίοδο που ακολούθησε τα δημοψηφίσματα του 2004. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Κοράλ Ασάμ της ΝΤΕΒΙΣ, ο Αλί Γκουλέ μέχρι πρόσφατα επαρχιακός γραμματέας Αμμοχώστου, ο Τουφάν Έρχιουρμαν ακαδημαϊκός και η Ντοούς Ντεριά στέλεχος του φεμινιστικού κινήματος.

Συνεπώς ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της επιρροής που θα έχουν άτομα όπως τα προαναφερθέντα στην ευρύτερη πορεία του Ρεπουμπλικανικού τα αμέσως επόμενα χρόνια. Κομβικό σημείο θα πρέπει να θεωρηθεί και η στάση που θα τηρήσουν οι διαφορετικές τάσεις εντός του κόμματος στην περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση πιέσει «επίσημα» για συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας στην «κυβέρνηση».

Το μεγάλο θύμα του ισλαμικού χώρου

Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, μπορεί κάλλιστα να ανακηρυχθεί ως το «μεγάλο θύμα» του Έρντογαν. Το παραδοσιακό κόμμα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, ιδιαίτερα από το 2009 και μετά, κινήθηκε αποκλειστικά στα πλαίσια που έθεσε η τουρκική κυβέρνηση. Πλαίσια όμως πρωτόγνωρα για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αφού συμπεριλάμβαναν το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς προς την Τουρκία και τις ανακατατάξεις στην κοινωνία τοπικά με τρόπο που να συνιστούν απειλή για την πολιτική υπόσταση των Τουρκοκυπρίων. Η επιλογή του Κόμματος Εθνικής Ενότητας δεν είναι καθόλου άσχετη με τις επιλογές της σχετικά αδύνατης τουρκοκυπριακής επιχειρηματικής ελίτ (κυρίως του εμπορικού κεφαλαίου), η οποία μετά τα δημοψηφίσματα είχε επιλέξει το δρόμο άρσης της απομόνωσης με φορέα το τουρκικό κεφάλαιο και όχι τη λύση του Κυπριακού. Κάτι που μέσα σε λίγα μόνο χρόνια αποδείχτηκε ανεδαφικό. Όμως πέραν των κοινωνικών μετατοπίσεων, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας επέλεξε να μετατραπεί σε αποκλειστικό φορέα της νέας πολιτικής του Έρντογαν και να συμπεριφερθεί ως «παράρτημα» της Άγκυρας. Οι Τουρκοκύπριοι, συμπεριλαμβανομένων των ακραιφνών εθνικιστών, ποτέ δε θα ξεχάσουν την υποτακτικότητα του Κιουτσιούκ τη στιγμή που ο Έρντογαν τον ρωτούσε δημόσια πόσος είναι ο μισθός του για να αποδείξει την «καλοπέραση» των «αναγιωτών» Τουρκοκυπρίων, η οποία θα έπρεπε δια του πρωτοκόλλου να καταργηθεί.

Παράλληλα, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας μετατράπηκε στο πεδίο του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ της ισλαμικής τουρκικής ηγεσίας και της κυπριακής έκδοσης του ακραίου κεμαλισμού. Εάν το κόμμα θα γινόταν ο τουρκοκυπριακός εκφραστής του νέου «κράτους» του Έρντογαν, τότε θα έπρεπε να «καθαρίσει» από τα απομεινάρια της σχολής Ντενκτάς. Δηλαδή της ιδρυτικής ιδεολογίας του 1983, η οποία συναντά τις ρίζες της στον περίγυρο της ΤΜΤ. Η επιχείρηση μετασχηματισμού του κόμματος, ως ενδιάμεσος ή παράλληλος σταθμός για το μετασχηματισμό των δομών στα βόρεια της Κύπρου, τελικά κατέληξε στη διάσπαση του με την αποχώρηση αρχικά των «οκτώ». Μετά ακολούθησαν και κάποιοι άλλοι όπως η επικεφαλής της γυναικείας οργάνωσης του κόμματος, Σουρεγιά Γκιουρσές.

Στο ψηφοδέλτιο του κόμματος γίνεται εξίσου φανερή η προσπάθεια να εμφανιστεί το «νέο» που θα προσαρμόζεται στο πρόγραμμα «εκσυγχρονισμού». Πέραν των πιο πιστών στο πρωτόκολλο «υπουργών», στο ψηφοδέλτιο του Κόμματος Εθνικής Ενότητας παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο Τουρκοκύπριος επιχειρηματίας Οκιάϊ Σαντίκογλου και ο πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδίας Οργανώσεων των εποίκων «Συμβούλιο Δικαιοσύνης του Λαού», Οζντεμίρ Γκιούλ. Ο πρώτος είναι ο εκπρόσωπος του Ανεξάρτητου Συνδέσμου Επιχειρηματιών και Βιομηχάνων (MÜSİAD) της Τουρκίας στην Κύπρο – του γνωστού και ως ισλαμικού κεφαλαίου – ενώ την ίδια στιγμή είναι και επικεφαλής της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας του Ισλάμ. Συμβολίζει δηλαδή τους νέους πρωταγωνιστές. Ο δεύτερος είναι αριστερών καταβολών Αλεβίτης που ως επικεφαλής του «Συμβουλίου Δικαιοσύνης του Λαού» επιδίωξε να προωθήσει μια νέα προσέγγιση αναφορικά με τη λειτουργία του τουρκικού πληθυσμού στα κατεχόμενα. Είναι υποστηριχτής της ενσωμάτωσης των Τούρκων στα υφιστάμενα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα και εναντίον της ίδρυσης χωριστών κομμάτων. Ως εκ τούτου συμβολίζει επίσης μια νέα φάση στη διεκδίκηση του τουρκικού πληθυσμού για αύξηση της εκπροσώπησης και ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα. 

Πέραν των πιο πάνω, κανένας δε μπορεί να υποτιμήσει τις ιστορικές ρίζες του κόμματος στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Μέχρι σήμερα και παρά την επιχείρηση μετασχηματισμού, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συνεχίζει να στηρίζεται από τον πυρήνα και τα συμφέροντα που δημιούργησε η ΤΜΤ και ο κύκλος της ιδιαίτερα μετά την εισβολή του 1974. Το δεδομένο αυτό έχει εμποδίσει μέχρι σήμερα την ολοκλήρωση της παρέμβασης του τουρκικού ισλαμικού χώρου. Το ίδιο δεδομένο είναι που αναγκάζει ακόμα και τώρα τον Κιουτσιούκ να υπογραμμίζει με ένταση ότι το κόμμα αποτελεί την μοναδική «πολιτικοποιημένη μορφή της ΤΜΤ» και ως εκ τούτου την ιδεολογικο-πολιτική της συνέχεια.

Τουρκοκυπριακός εθνικισμός «νέου τύπου»

Η άλλη βασική συνιστώσα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, το Δημοκρατικό Κόμμα, ήταν σε όλη αυτή την περίοδο ο χώρος συνένωσης του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ενάντια στην ισλαμική «απειλή». Η δύσκολη σχέση μεταξύ Σερντάρ Ντενκτάς και Έρντογαν είναι πολύ καλά γνωστή από την εποχή του δημοψηφίσματος αλλά και στη συνέχεια όταν το Δημοκρατικό εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση από τη «κυβέρνηση» συνεργασίας με το Ρεπουμπλικανικό για να πάρει τη θέση του το «δημιούργημα» του Τουργκάϊ Αβτζί, το Κόμμα Ελευθερίας και Μεταρρύθμισης (ακόμα ένα αποτυχημένο πείραμα του ΑΚΡ για δημιουργία επίσημου κομματικού του φορέα ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους). Τώρα το Δημοκρατικό Κόμμα δέχτηκε στις τάξεις του τους οκτώ αποβληθέντες από το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, κίνηση για την οποία φημολογείται ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε και ο Έρογλου.

Το πιο σημαντικό σημείο που φαίνεται να καταγράφει μια σοβαρή τάση ανάμεσα στην παραδοσιακή τουρκοκυπριακή Δεξιά είναι η δημιουργία του συνασπισμού των «Εθνικών Δυνάμεων» στα πλαίσια του κόμματος του Ντενκτάς. Το κόμμα κατέρχεται στις εκλογές υπό την ονομασία «Δημοκρατικό Κόμμα-Εθνικές Δυνάμεις» και επιδιώκει να καθορίσει νέες γραμμές στη σχέση του με την Άγκυρα.

Η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε για τις «εθνικές δυνάμεις» είναι ιδεολογικά φορτισμένη και αποκαλυπτική: Χρησιμοποιείται ο όρος ulusal (ουλουσάλ) για το «εθνικές» και όχι ο όρος milli (μιλλί). Ο όρος ulusal αποτελεί τη σύγχρονη «κεμαλική» έκδοση απόδοσης του όρου «εθνικός-εθνικές» από την εποχή που επικράτησε ο πολιτιστικός πόλεμος ενάντια σε καθετί που παρέπεμπε στο αναχρονιστικό-ισλαμικό-οθωμανικό παρελθόν. Αντίστοιχα ο όρος μιλλί, έστω και αν ακόμα χρησιμοποιείται από πολλούς, διατηρεί το θρησκευτικό-ισλαμικό περιεχόμενο της πολιτικής-θρησκευτικής κοινότητας (ούμμα). Η ευαισθησία του ισλαμικού χώρου στη διάκριση αυτών των όρων είναι μεγάλη, όπως μεγάλη είναι και η αντίστοιχη ευαισθησία που έχουν για το θέμα οι «κοσμικοί» εθνικιστές. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία η επιλογή του όρου από τον Σερντάρ Ντενκτάς για να περιγράψει μάλιστα τη διεύρυνση της συμμαχίας του κόμματός του με ανθρώπους (οι οκτώ αποβληθέντες) που έχουν διακηρύξει τη διαφωνία τους με τη «νέα κατεύθυνση που παίρνει το Κόμμα Εθνικής Ενότητας».

Με αυτά τα δεδομένα, το Δημοκρατικό Κόμμα αναμένεται να αυξήσει την εκλογική του δύναμη, μάλιστα σε βαθμό που θα ευνοήσει την επάνοδο του Ρεπουμπλικανικού στην εξουσία. Φαίνεται να υπάρχουν αρκετοί ψηφοφόροι της Δεξιάς που «συγκινούνται» από τις καταγγελίες Ντενκτάς περί παρεμβάσεων της τουρκικής πρεσβείας εναντίον του. Είναι και αυτό ίσως ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ο οποίος αναδύεται διεκδικώντας μια διαφορετική από τη σημερινή σχέση με την Άγκυρα. Το ζήτημα για το Δημοκρατικό είναι το κατά πόσο οι έδρες που θα κερδίσει θα του επιτρέψουν να διεκδικήσει συνεργασία με το Ρεπουμπλικανικό για σχηματισμό «κυβέρνησης».     

Ακόμα μια προσπάθεια της αριστερής αντιπολίτευσης

Μια άλλη εξίσου σημαντική παράμετρος των εκλογών είναι ο σχηματισμός της αριστερής αντιπολίτευσης (απέναντι και στο Ρεπουμπλικανικό). Η προσπάθεια αυτή δεν είναι φυσικά η πρώτη και αποτελεί συνέχεια άλλων που προηγήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος αποφάσισε τη συγκρότηση κοινού ψηφοδελτίου με άλλες αριστερές ομάδες και οργανώσεις. Το όνομα της συμμαχίας είναι «Κόμμα Ενωμένη Κύπρος-Δυνάμεις της Κοινοτικής Ύπαρξης». Εξίσου ιδεολογικά φορτισμένη η χρήση των όρων, μια χρήση που επιδιώκει την ολοκληρωτική διαφοροποίηση από όλους τους προαναφερθέντες πολιτικούς χώρους και εμπνέεται κυρίως από το πλαίσιο που επικράτησε στις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2011. Στο πρόγραμμα της συμμαχία καταγράφεται ρητώς η απόρριψη του οικονομικού πρωτοκόλλου, γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην τουρκική εισβολή και στην ανάγκη ομοσπονδιακής επίλυσης του Κυπριακού, το οποίο θεωρείται ως η βασική πηγή όλων των υπόλοιπων προβλημάτων της κοινότητας. Η συμμαχία έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες συσπείρωσης δυνάμεων από τα προοδευτικά συνδικάτα της κοινότητας και ο στόχος που έθεσε είναι να ξεπεράσει το 5% κερδίζοντας μία έδρα. Πληροφορίες εκλογολόγων συγκλίνουν στο ότι η συμμαχία θα έχει μια αξιοπρεπή παρουσία στη Λευκωσία, ιδιαίτερα στις τουρκοκυπριακές περιοχές, εντούτοις αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αναφορικά με την προσέλκυση ψήφων των εποίκων. Εμπόδιο στην προσπάθεια αυτού του συνδυασμού αποτελεί και η απόφαση του Κόμματος Νέα Κύπρος για μποϊκοτάρισμα των εκλογών. Το κόμμα δε λαμβάνει φυσικά αυτή την απόφαση για πρώτη φορά, όμως η προοπτική συνεργασίας του με τις δυνάμεις της «κοινοτικής ύπαρξης» θα ήταν μια επιπλέον δυναμική για εκπροσώπηση στη «βουλή» μιας εντελώς διαφορετικής αντίληψης. Σε κάθε περίπτωση, εάν υλοποιηθεί ο δύσκολος στόχος της εκλογής του επικεφαλής της συμμαχίας, Ιζζέτ Ιζτζιάν, θα αποτελέσει ένα σοβαρό πολιτικό προηγούμενο αναφορικά με τα μηνύματα προς την Άγκυρα.   

Συμπερασματικά

Οι εκλογές της 28ης Ιουλίου πραγματοποιούνται σε ένα ιδιαίτερα «περίεργο» πολιτικό περιβάλλον. Η χρονική συγκυρία σε συνδυασμό με την γενική απαξίωση των Τουρκοκυπρίων προς το πολιτικό σύστημα, φαίνεται να ευνοούν καταρχήν την ενίσχυση της αποχής. Ένα φαινόμενο που και στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα πλέον «μονιμοποιείται». Για πρώτη φορά ίσως τόσο έντονα, το Κυπριακό δε βρίσκεται στην προτεραιότητα των ψηφοφόρων και των κομμάτων. Η κοινωνία σταδιακά στρέφεται στην επίλυση των «καθημερινών προβλημάτων», μια τάση που επικρατεί ιδιαίτερα μετά το μεγάλο ξέσπασμα του 2011, το οποίο δε βρήκε την αναγκαία πολιτική του συγκρότηση. Η αποτυχία κατάληξης στο Κυπριακό και η βαθιά οικονομική κρίση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, επίσης συμβάλλουν στην απαξίωση της κοινότητας από τις πολιτικές διεργασίες. Την ίδια όμως στιγμή, φαίνεται ότι οι ισορροπίες που θα προκύψουν την 28η Ιουλίου θα είναι εργαλειακές ως προς τη νέα πρωτοβουλία στο Κυπριακό. Δεν είναι μυστικό ότι ο Έρογλου ανησυχεί για τη θέση του, ενώ ο Ταλάτ έχει ήδη ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία για το 2015, εμφανιζόμενος ως ο μόνος που μπορεί να διαχειριστεί το Κυπριακό υπό το πνεύμα του «ενός βήματος μπροστά». Συνεπώς η διαχείριση της κατάστασης από το Ρεπουμπλικανικό και οι εξελίξεις του επόμενου χρονικού διαστήματος στο Κυπριακό, αναμένεται να αναδείξουν δύο πολύ σημαντικά στοιχεία: Πρώτο, το πώς θα επηρεαστεί η αντίληψη της τουρκικής κυβέρνησης για τον τρόπο με τον οποίο θα επιδιώξει να αλλάξει το κυπριακό στάτους-κβο. Δεύτερο, τους Τουρκοκύπριους πρωταγωνιστές που θα επιλέξει η Άγκυρα για την εκπροσώπηση αυτής της πολιτικής σε κυπριακό επίπεδο. Η τελική κατάληξη των πιο πάνω δε μπορεί παρά να επηρεάζεται και από τις εσωτερικές δυναμικές της κοινότητας που συνήθως υποτιμούνται. 
 
ΔΕΦΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Από το νέο τεύχος της βδομάδας 24-31 Ιουλίου 2013
http://www.defterianaynosi.com/

Εκλογές στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα: Αριθμοί με σημασία


ΠΡΟΩΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
  1. Γενικά στοιχεία για τους ψηφοφόρους:
 Αριθμός ψηφοφόρων για το 2013 είναι 172,528. Το 2009 οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν 161,373. Συνεπώς μέσα σε τέσσερα χρόνια υπάρχει αύξηση 11,155 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, κάτι που σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου, Νεβάρ Νολάν, «δεν είναι φυσιολογικό»[1].
Στις εκλογές του 2009 από τους 161,373 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, τελικά άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα 131,849, δηλαδή ποσοστό προσέλευσης περίπου 83%[2], το οποίο θεωρείται αρκετά ψηλό. Στις εκλογές του Ιουλίου 2013 δεν αναμένεται τέτοιο ποσοστό προσέλευσης.
Σύμφωνα με δηλώσεις της «ΥΠΕΣ», Γκιουλσούν Γιουτζέλ, από το 2009 μέχρι και το Μάη του 2013 δόθηκαν συνολικά 4239 υπηκοότητες, από τις οποίες οι 1862 με απόφαση του «ΥΠΕΣ» και οι υπόλοιπες 2377 με απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το ότι από τις 1862 υπηκοότητες που παραχώρησε το «ΥΠΕΣ», 874 πρόσωπα απέκτησαν ταυτότητα και συνεπώς θεωρούνται ψηφοφόροι. Όμως εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα μέλη των οικογενειών τους δικαιούνται αυτόματα υπηκοότητα και ταυτότητα, σημαίνει ότι υπάρχει άμεση αύξηση 2622ψηφοφόρων[3].

  1. Γενικά στοιχεία για τους υποψήφιους
Υπάρχουν 257 υποψήφιοι, από τους οποίους οι 7 είναι ανεξάρτητοι.
Λευκωσία εκλέγει 16 βουλευτές.
Αμμόχωστος εκλέγει 13 βουλευτές.
Κερύνεια εκλέγει 10 βουλευτές.
Μόρφου εκλέγει 6 βουλευτές.
Τρίκωμο εκλέγει 5 βουλευτές.
  1. Τα επαγγέλματα των υποψηφίων[4]:
Ανάμεσα στους υποψήφιους υπάρχουν 27 γιατροί και 7 δικηγόροι-νομικοί. Από 8 γιατρούς έχουν στα ψηφοδέλτια τους το Ρεπουμπλικανικό, το Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό. Στο Κοινοτικής Δημοκρατίας υπάρχουν μόνο δύο γιατροί και στο Ενωμένη Κύπρος ένας.
Υπάρχουν επίσης 13 συνδικαλιστές και στελέχη άλλων εθελοντικών οργανώσεων/ΜΚΟ. Τέσσερις συνδικαλιστές φιλοξενούν οι λίστες του Κοινοτικής Δημοκρατίας και από τρεις συνδικαλιστές/ΜΚΟ έχουν το Ρεπουμλικανικό, Δημοκρατικό και Εθνικής Ενότητας.
Επίσης υπάρχουν και τρεις υποψηφιότητες από τους έπαρχους (kaymakam) που είναι υψηλόβαθμοι «κρατικοί» αξιωματούχοι. Λευκωσίας και Τρικώμου είναι υποψήφιοι του ΚΕΕ, ενώ της Μόρφου είναι του Δημοκρατικού.
  1. Παρουσία γυναικών στα ψηφοδέλτια[5]:
Από τους 250 υποψήφιους των 5 κομματικών συνδυασμών, οι γυναίκες υποψήφιες είναι 47. Στη Λευκωσία υπάρχουν 17, στη Κερύνεια 13, στην Αμμόχωστο 9, στη Μόρφου 4 και στο Τρίκωμο 4.
Ο κομματικός συνδυασμός με τις περισσότερες γυναίκες υποψήφιες είναι το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος-Δυνάμεις Κοινοτικής Ύπαρξης με 13 από τους 50 και ποσοστό 26%. Ακολουθεί το ΡΤΚ με 12 γυναίκες και ποσοστό 24%, μετά το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας με 11 και ποσοστό 22%. Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει 8 γυναίκες και ποσοστό 16%, ενώ το Κόμμα Εθνικής Ενότητας έχει μόνο 3 γυναίκες από τους 50 υποψήφιους και ποσοστό 6%.
  1. Η παρουσία Τούρκων στα ψηφοδέλτια:
Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα έχει δύο Τούρκους στα ψηφοδέλτια του. Ένα στην Αμμόχωστο και ένα στο Τρίκωμο.
Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας έχει δέκα Τούρκους, τους περισσότερους από κάθε άλλο εκλογικό συνδυασμό. Τέσσερις στην επαρχία Τρικώμου, τρεις στην Αμμόχωστο, δύο στην Κερύνεια και ένα στη Λευκωσία.
Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει έξι Τούρκους. Δύο στο Τρίκωμο, δύο στην Αμμόχωστο και από ένα σε Λευκωσία και Κερύνεια.
Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, έχει εφτά. Τρεις στην επαρχία Τρικώμου, 2 στην Αμμόχωστο και δύο στη Λευκωσία.
Τέλος ο συνδυασμός του Κόμματος Ενωμένη Κύπρος έχει τέσσερις Τούρκους. Δύο στην Αμμόχωστο, ένα στην Κερύνεια και ένα στη Λευκωσία.