Ανταγωνισμοί και ρήγματα στην εξουσία Έρντογαν

Youcef Korichi BirArtiBir

Youcef Korichi από την ιστοσελίδα BirArtiBir

Ο πανικός που επικράτησε σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας το βράδυ της 10ης Απριλίου 2020 με την ανακοίνωση της απαγόρευσης κυκλοφορίας σε 31 πόλεις της Τουρκίας, ήταν περισσότερο μια ένδειξη του «πανικού» και της αδυναμίας που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Έρντογαν το τελευταίο χρονικό διάστημα. Η κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού με ότι αυτή φέρνει στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα της χώρας, επιβεβαιώνει ότι η εικόνα ενός πανίσχυρου Προέδρου αποκτά όλο και περισσότερες αποστάσεις από την πραγματικότητα. Επιβεβαιώνει ότι η επιρροή του κυβερνώντος κόμματος και του συνασπισμού της εξουσίας περιορίζεται, δημιουργώντας κενά πεδία πάνω στα οποία εμφανίζονται «χαοτικές» εξελίξεις ανυπολόγιστων προσανατολισμών. Η ανακοίνωση της παραίτησης του υπουργού εσωτερικών Σουλεϊμάν Σόϊλου λίγες ώρες πριν από την λήξη της απαγόρευσης κυκλοφορίας, αλλά και η μη αποδοχή της από τον ίδιο τον Έρντογαν, ήταν διαφωτιστικά γεγονότα της προαναφερθείσας κατάστασης.

Η κρίση της «ανυπαρξίας εχθρού» και το «τραυματισμένο» προεδρικό σύστημα

Σε ιδεολογικό επίπεδο, η σχετική αδυναμία παραγωγής συγκεκριμένων αποφάσεων και η άμεση – αποφασιστική υλοποίηση τους από πλευράς της κυβέρνησης Έρντογαν, εκφράζεται περισσότερο στην «ανυπαρξία εχθρού» και στην δυσκολία αναπαραγωγής της πόλωσης σε επίπεδο πολιτισμικών ταυτοτήτων. Η προηγούμενη δεκαετία στην Τουρκία έδειξε με ξεκάθαρο τρόπο ότι ενώπιον δυσκολιών, αδιεξόδων και προβλημάτων ο Έρντογαν μπορούσε με ιδιαίτερη ευκολία να «κατασκευάζει» εχθρούς ή και να προωθεί σε νέα πλαίσια την ύπαρξη πραγματικών απειλών. Διαμέσου αυτής της πολιτικής μπορούσε να δημιουργεί ή να εντατικοποιεί κρίσεις, να συσπειρώνει την κοινωνική του βάση, κάποτε να την διευρύνει και να αναπαράγει την εξουσία του. Όταν ξέσπασε το κοινωνικό κίνημα της αντιπολίτευσης στο πάρκο Γκεζί το 2013, η απτή παρουσίαση του «εχθρού» που υποτίθεται ότι επιζητούσε την πραξικοπηματική ανατροπή της κυβέρνησης ήταν μια εύκολη υπόθεση: το κοσμικό και δυτικότροπο μέρος της μικροαστικής τάξης, η οργανωμένη Αριστερά και το συνδικαλιστικό κίνημα, τα μέρη του φοιτητικού κινήματος και της νεολαίας που βρέθηκαν στους δρόμους, παρουσιάστηκαν από την εξουσία ως ένας «όχλος πλατσικολόγων» που στόχευαν στην ανατροπή της κυβέρνησης του «γνήσιου συντηρητικού, θεοσεβούμενου έθνους» της Τουρκίας. Περίπου η ίδια πόλωση με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και ιδεολογικούς κώδικες εμφανίστηκε τόσο στην περίοδο που ακολούθησε τις εκλογές του 2015, αλλά ιδιαίτερα στην περίοδο που ακολούθησε την πραξικοπηματική απόπειρα του Ιουλίου του 2016. Σήμερα όμως με την πανδημία του κορονωϊού, η εξουσία αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες στην συγκεκριμενοποίηση ενός «εχθρού», η παρουσία και η δράση του οποίου θα βοηθήσει στην πολιτική κινητοποίηση της κοινωνικής της βάσης.

Σε πολιτικό επίπεδο η κρίση της πανδημίας, αλλά και οι δραματικές συνέπειες που προκαλεί στην οικονομία της Τουρκίας, μετατρέπονται σε αφορμές δημόσιας έκφρασης δύο βασικών ζητημάτων που στιγματίζουν το πολιτικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία. Το πρώτο είναι η λειτουργία των δομών λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της υπερσυγκέντρωσης της εκτελεστικής εξουσίας στο πρόσωπο του Έρντογαν και οι συνέπειες που άφησε πίσω του το συγκεκριμένο μοντέλο προεδρικού συστήματος που υιοθέτησε η χώρα. Το ζήτημα της εφαρμογής απαγόρευσης κυκλοφορίας ήταν τελικά ζήτημα αντιπαραθέσεων μεταξύ διαφορετικών δομών και σωμάτων, τα οποία προσέκρουαν στην αρχική άρνηση του Προέδρου να δώσει βάρος στον κοινωνικό αποκλεισμό και όχι στην συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας. Πληροφορίες του Τύπου υπογράμμιζαν ότι το επιστημονικό συμβούλιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού μαζί με τον υπουργό υγείας επέμεναν από την πρώτη στιγμή σε μια καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας. Την ίδια θέση εξέφραζε και η αντιπολίτευση. Όμως η περιθωριοποίηση της Εθνοσυνέλευσης από τη μια και η μέθοδος διακυβέρνησης μέσα από την απόλυτη αφοσίωση στο προεδρικό γραφείο από την άλλη, εμπόδισαν την προώθηση μιας τέτοιας προσέγγισης. Το πρώτο αποτέλεσμα της εν λόγω αντιπαράθεσης ήταν ο πανικός που προκλήθηκε μετά την γραπτή ανακοίνωση για εφαρμογή της πρώτης απαγόρευσης κυκλοφορίας μόλις δύο ώρες πριν από την έναρξη ισχύς της στις 10 Απριλίου.

Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο ζήτημα που στιγματίζει την πορεία της Τουρκίας στο πολιτικό επίπεδο των εξελίξεων που προκαλεί η πανδημία, είναι η εντατικοποίηση των ανταγωνισμών εντός του μπλοκ εξουσίας. Παράλληλα με την εντατικοποίηση, χαρακτηριστική είναι πλέον και η ευκολία με την οποία εκφράζονται δημοσίως οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των μερών του συνασπισμού εξουσίας. Επίκεντρο της δημόσιας έκφρασης αυτών των ανταγωνισμών ήταν η γνωστή απόφαση του Σόϊλου να παραιτηθεί και η άρνηση του Έρντογαν να αποδεχτεί την παραίτηση. Στη βάση της συγκεκριμένης εξέλιξης, οι αδυναμίες που επιδεικνύονται από την κυβέρνηση Έρντογαν στο δύσκολο περιβάλλον της πανδημίας μπορούν να ερμηνευθούν και ως μια από τις πολλές πτυχές της κρίσης κράτους που συνεχίζεται στην χώρα τα τελευταία χρόνια. Υπό αυτή την έννοια, οι εξελίξεις γύρω από το πρόσωπο του υπουργού εσωτερικών στην Τουρκία δεν αποτελούν μια «αντίδραση της στιγμής», ούτε και ένα απλό περιστατικό το οποίο «θα προσπεράσουν» τα γεγονότα. Αντίθετα, τα γεγονότα που συμπυκνώθηκαν τόσο έντονα το βράδι της Κυριακής στις 12 Απριλίου, έχουν τέτοια ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα επηρεάσουν την πορεία της διακυβέρνησης Έρντογαν τουλάχιστον μέχρι και τις επόμενες κρίσιμες εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το 2023.

Το σύντομο ιστορικό της κρίσης κράτους στην Τουρκία

Η κρίση κράτους στην Τουρκία άρχισε να διαφαίνεται από τα τέλη του 2007 και εκφράστηκε στην σκληρή αντίθεση του τότε κεμαλικού κατεστημένου ενάντια στην προεδρική υποψηφιότητα του Αμπντουλλάχ Γκιούλ. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τότε ήταν ενδεικτικά: Η γνωστή διαδικτυακή παρέμβαση του στρατού, η απάντηση της κυβέρνησης ΑΚΡ με πρόωρες εκλογές, η υπόθεση απαγόρευση λειτουργίας του κυβερνώντος κόμματος στο Συνταγματικό Δικαστήριο και τελικά τα δύο δημοψηφίσματα συνταγματικών αλλαγών του 2007 και το 2010 μέσα από τα οποία ο Έρντογαν κατάφερε να περιορίσει αισθητά την (παλιά) κεμαλική καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Όμως είναι γεγονός ότι η κρίση αυτού του είδους στην Τουρκία, κορυφώθηκε με την εξέγερση του Γκεζί το 2013 και σταδιακά απέκτησε περισσότερο βάθος εξαιτίας της οικονομικής αποσταθεροποίησης που ακολούθησε. Σε αυτή την πρώτη πιο ολοκληρωμένη κρίση κράτους, το ξεκάθαρο αποτέλεσμα ήταν η αμφισβήτηση της μέχρι τότε καθολικής ηγεμονίας του μπλοκ εξουσίας της λεγόμενης «Νέας Τουρκίας». Λίγους μήνες μετά, τον Δεκέμβριο του 2013, καταγράφηκε και η πρώτη μεγάλη διάσπαση με την έναρξη του «πολέμου» μεταξύ του ΑΚΡ και του δικτύου Γκιουλέν λόγω της αποκάλυψης των σκανδάλων διαφθοράς των υπουργών της κυβέρνησης. Τον Ιούνιο του 2015 η κρισιακή κατάσταση της εξουσίας αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα των γενικών εκλογών, με τα οποία για πρώτη φορά το ΑΚΡ δεν μπορούσε να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση. Ενώπιον του κινδύνου ενός ανεπιθύμητου διαμοιρασμού της εκτελεστικής εξουσίας που θα οδηγούσε ίσως στην ακύρωση των προοπτικών για το προεδρικό σύστημα, ο Έρντογαν επέλεξε την ενεργοποίηση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΡΚΚ και τον εξαναγκασμό της κοινωνίας σε ένα φαύλο κύκλο πόλωσης και σοβινισμού.

Από το 2015 και μετά, ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι το ΑΚΡ και το Έρντογαν είχαν επιλέξει την καταστολή και την ενίσχυση του αυταρχισμού ως τα κύρια εργαλεία ξεπεράσματος της κρίσης κράτους. Η χώρα οδηγήθηκε σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εξαίρεσης, ενώ την ίδια στιγμή ο Έρντογαν προχώρησε σε μια συνολική αναθεώρηση των πολιτικών του συμμαχιών εντός και εκτός κράτους. Η βάση των πολιτικών του συμμαχιών ήταν η εξέλιξη του κουρδικού προβλήματος και η «ανάγκη» περιορισμού της περιφερειακής επιρροής του κουρδικού κινήματος. Έτσι τα πρώτα σημάδια εναγκαλισμού του ΑΚΡ με το Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, απέκτησαν ένα πιο συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο.

Η απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου του 2016, μπορεί να θεωρηθεί ως η κορυφαία και πιο βίαιη έκφραση του ανταγωνισμού εντός του μπλοκ εξουσίας. Την ίδια στιγμή, η πραξικοπηματική απόπειρα αποτέλεσε και την επισημοποίηση της αλλαγής των πολιτικών συμμαχιών, των κομματικών συνασπισμών, αλλά και του πολιτικού προσωπικού στις κρατικές δομές εξουσίας. Από τότε μέχρι σήμερα, σε διαφορετικά στάδια και εκφράσεις, το ΑΚΡ και το ΜΗΡ είναι οι βασικές κομματικές εκφράσεις της νέας σύνθεσης της εξουσίας.

Όπως έδειξαν τα πρόσφατα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών του 2019, σε συνθήκες οικονομικής πίεσης και αποσταθεροποίησης, η κρίση κράτους δεν μπορούσε να ξεπεραστεί με την ένταση του αυταρχισμού και την καταστολή της αντιπολίτευσης. Ο συνδυασμός της αυταρχικότητας και της οικονομικής κρίσης, τουλάχιστον στην συγκυρία των δημοτικών εκλογών, προκάλεσαν την σχετική συρρίκνωση της εκλογικής βάσης του νέου μπλοκ εξουσίας. Την ίδια στιγμή βοήθησαν στην ευκολότερη έκφραση της εσωτερικής αντιπολίτευσης στο ΑΚΡ, η οποία πήρε την μορφή δημιουργίας δύο νέων κομμάτων από τον Νταβούτογλου και τον Μπαμπατζιάν. Συνεπώς ο συνδυασμός των προαναφερθέντων γεγονότων ουσιαστικά έθεσε σε λειτουργία έναν παράλληλο «μηχανισμό απωλειών» του Έρντογαν. Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού με τη σειρά της αμφισβήτησε σε μεγάλο βαθμό την επιρροή και την αυτονομία που απολάμβανε προηγουμένως ο πρόεδρος της Τουρκίας, ως ο απόλυτος ρυθμιστής και επιδιαιτητής των διαφορετικών μερίδων του συνασπισμού εξουσίας.

Η πανδημία του κορωνοϊού λοιπόν έπληξε την χώρα ακριβώς στο εξής χαρακτηριστικό σημείο καμπής: Από την μια πλευρά οι αρνητικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2018-2019 δεν είχαν ξεπεραστεί πλήρως. Από την άλλη η αδυναμία της αντιπολίτευσης να προβάλει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό πρόγραμμα δεν μπορούσε να καλύψει πλήρως ούτε και να αναβάλει την δημόσια αποκάλυψη των εσωτερικών ανταγωνισμών στην κρατική ελίτ. Έτσι η αιφνιδιαστική παραίτηση Σόϊλου και η αποκάλυψη ότι αυτή έγινε χωρίς την προηγούμενη έγκριση και γνώση του προέδρου, ήρθε για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη εξαιρετικά ευαίσθητων ισορροπιών που καθόλου δεν μαρτυρούν την παλιά και αδιαμφησβήτητη παντοκρατορία του Έρντογαν.

Τι μας δείχνει η παραίτηση Σοϊλου και η «απάντηση» Έρντογαν

Όπως είναι γνωστό ο Σουλεϊμάν Σόϊλου δεν προέρχεται από το ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας. Τα πρώτα του βήματα στην πολιτική έγιναν με την ένταξη του στην νεολαία του Κόμματος του Ορθού Δρόμου το 1987. Το 1999 εκλεγήκατε επικεφαλής του κόμματος στην Κωνσταντινούπολη και ξεχώρισε ως ένας από τους έμπιστους της Τανσού Τσιλλέρ. Μετά τις εκλογές του 2007 αναλαμβάνει πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος που ήταν η μετονομασία του Ορθού Δρόμου. Όμως λόγω της αποτυχίας του στις δημοτικές εκλογές του 2009 αποχωρεί από την κομματική ηγεσία. Το 2010 εκδιώχθηκε γιατί στήριξε το «ναι» στο δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου, κάτι που συνέβαλε στην ανοιχτή συνεργασία του με τον Ερντογαν. Τελικά εντάχθηκε στο ΑΚΡ και αποτέλεσε μια από τις σοβαρότερες προσπάθειες διεύρυνσης των συμμαχιών του κυβερνώντος κόμματος προς τα παραδοσιακά στρώματα της τουρκικής δεξιάς. Το 2015 διορίστηκε υπουργός εργασίας υπό την πρωθυπουργία Νταβούτογλου και τον επόμενο χρόνο ανέλαβε το υπουργείο εσωτερικών.

Η κρίσιμη συγκυρία τότε έδειξε και την ικανότητα του Σοϊλου να απευθυνθεί με την δραστηριότητα του σε εθνικιστικές δυνάμεις που προηγουμένως δεν μπορούσε να επηρεάσει το ΑΚΡ. Η θητεία του στο υπουργείο εσωτερικών στιγματίστηκε από τις μαζικές συλλήψεις στελεχών του φιλοκουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών μεταξύ των οποίων και ο Ντεμιρτας. Ήταν από τους πρωταγωνιστές στις αποφάσεις εκδιώξεις των εκλεγμένων Κούρδων δημάρχων και διορισμού κρατικών επιτρόπων. Γενικά θεωρείται ένας από τους πιο γνήσιους εκπροσώπους της παραδοσιακής τουρκικής δεξιάς, η οποία δεν δυσκολεύεται να προσαρμόσει τις πολιτικές της θέσης αναλόγως της βαρύτητας που έχουν τα διαφορετικά ρεύματα σκέψης αυτής της ιδεολογίας στην Τουρκία. Από τον συντηρητισμό στον εθνικισμό και από κει στην προώθηση της θρησκείας, ο Σοϊλου κατάφερε να αποκτήσεις προσβάσεις σε ένα ευρύτερο τμήμα των ψηφοφόρων της εξουσίας.

Η λειτουργικότητα του Σοϊλού στην διαδικασία οικοδόμησης διαφορετικών συμμαχιών του Έρντογαν είναι τελικά αυτή που του χάρισε και το πεδίο απόκτησης μιας σχετικά αυτόνομης επιρροής. Και ήταν ακριβώς αυτή η επιρροή που του επέτρεψε να ρισκάρει καταθέτοντας την παραίτηση του δημοσίως και χωρίς συνεννόηση με τον Έρντογαν. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι πριν ακόμα ο Έρντογαν να απορρίψει την παραίτηση του, ο πρώτος που έσπευσε να στηρίξει δημοσίως τον υπουργό εσωτερικών ήταν ο Μπαχτσελί. Επιπλέον, η λαϊκή κινητοποίηση που καταγράφηκε υπέρ της παραμονής Σοϊλού, ήταν ενδεικτική ότι εντός της κοινωνικής βάσης της εξουσίας εκφράζονται πλέον πιο εύκολα τα διαφορετικά συμφέροντα. Το δεδομένο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν αναλογιστεί κανείς ότι η παραίτηση του υπουργού εσωτερικών ήταν μια από τις πολλές κινήσεις που χαρακτηρίζουν την υπόγεια του αντιπαράθεση με τον υπουργό οικονομικών Μπεράτ Άλμπαϊρακ.

Μεγάλη σημασία βεβαίως έχει και η κίνηση Έρντογαν να μην αποδεχθεί την παραίτηση του υπουργού του και να τον καλέσει να συνεχίσει στα καθήκοντα του. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας διαθέτει ένα συγκεκριμένο πολιτικό υπόβαθρο και ύφος που χαρακτηρίζουν τις αποφάσεις του για τέτοια θέματα. Ο Έρντογαν δεν αποδέχεται την ήττα. Ούτε καν την έκφραση συμβολισμών που να παραπέμπουν στην υποψία ήττας του. Τέτοιες εξελίξεις, όπως η δημόσια ομολογία λανθασμένης πολιτικής επιλογής ή χειρισμών από έναν υπουργό, για τον Έρντογαν είναι ισοδύναμη με την «απώλεια ενός τούβλου από το μεγάλο τείχος της άμυνας» της εξουσίας του. Είναι ισοδύναμη με μια ρωγμή, το άνοιγμα της οποίας μπορεί να αποδεχθεί αποφασιστικό για και γενικότερη οπισθοχώρηση της δύναμης του. Ο Πρόεδρος της χώρας δεν αποδέχεται ποτέ αυτόνομες παραιτήσεις. Όπως δείχνει το πρόσφατο παρελθόν με τον Νταβούτογλου, οι παραιτήσεις μπορούν να ισχύσουν μόνο μετά από την δίκη του επιβολή. Συνεπώς θα μπορούσε να σημειωθεί ότι η επιστροφή Σοϊλού στο υπουργικό ενισχύει τον ίδιο. Αλλά η στιγμιαία του αυτονόμηση δεν θα είναι κάτι που θα ξεχάσει εύκολα ο Έρντογαν.

Αναλόγως των συνεπειών που αφήσει πίσω της η κρίση της πανδημίας, φαίνεται ότι οι δυναμικές που απελευθερώθηκαν στα ανώτατα δόγματα της εξουσίας στην Τουρκία θα επηρεάσουν καθοριστικά την σύνθεση της μελλοντικής ηγεσίας της χώρας. Οι τελευταίες εξελίξεις δεν πρόκειται να αφήσουν ανεπηρέαστα τα δυο βασικά κόμματα της σημερινής διακυβέρνησης της Τουρκίας.

 

Νίκος Μούδουρος

Λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Πανεπιστήμιο Κύπρου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος στις 26 Απριλίου 2020

80 fileleftheros 260420

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s