Η τουρκική ιδέα προσάρτησης και η τουρκοκυπριακή δήλωση ανεξαρτησίας

700x262020_ico_2

Η αξιολόγηση της σημερινής αντιπαράθεσης μεταξύ της Τουρκίας και της πλειοψηφίας της Τουρκοκυπριακής κοινότητας θα πρέπει να αξιολογηθεί στο πραγματικό της μέγεθος και βάθος. Πέραν των πιο σφαιρικών πολιτικών συμπερασμάτων που μπορούν να εξαχθούν, μια αναλυτική προσέγγιση της σημερινής αντιπαράθεσης θα συμβάλει περισσότερο στην κατανόηση των εξελισσόμενων διαδικασιών στις σχέσεις Τουρκοκυπρίων – Τουρκίας. Δηλαδή ενός κορυφαίου άξονα που επηρεάζει καθοριστικά τόσο το κυπριακό πρόβλημα, όσο και την Κύπρο ως γεωπολιτικό χώρο. Η πρώτη βασική αναλυτική πτυχή της σημερινής αντιπαράθεσης είναι ο χαρακτήρας της ως μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης. Μιας κρίσης που παρόμοια της δεν έχει καταγραφεί μετά την περίοδο 1999-2004, η οποία και σηματοδότησε την κορυφαία στιγμή της ιδεολογικής κατάρρευσης του ψευδοκράτους.

Χαρακτηριστικό δείγμα του βάθους της πολιτικής κρίσης είναι το ανοιχτό και δημόσιο κάλεσμα – προτροπή του Ντεβλέτ Μπαχτσελί (του βασικού εταίρου στη διακυβέρνηση Έρντογαν) προς τον Μουσταφά Ακιντζί για να «μετοικήσει στη νότια Κύπρο». Πολιτική τοποθέτηση που γίνεται για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες και αναφέρεται απευθείας στον εκλεγμένο ηγέτη της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Αυτό το είδος της επιδίωξης πολιτικής «εκδίωξης» του Ακιντζί από τον χώρο, τον οποίο καθορίζει η τουρκική ακροδεξιά ως «προαιώνια τουρκικό», είναι διδακτική προς δύο βασικές κατευθύνσεις: Η πρώτη αφορά στην ιδεολογική συγκρότηση της ακραίας εθνικιστικής Δεξιάς στην Τουρκία, η οποία σήμερα βρίσκεται στον ευρύτερο κύκλο διακυβέρνησης της Τουρκίας. Αυτή η πτυχή είναι σημαντική εφόσον αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο είναι συγκεκριμένο κομμάτι του μπλοκ εξουσίας στην Άγκυρα, αντιλαμβάνεται την Κύπρο και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η δεύτερη σημαντική πτυχή αφορά στον γενικότερο μετασχηματισμό της δομής εξουσίας της Τουρκίας που άρχισε να ολοκληρώνεται ουσιαστικά μετά την πραξικοπηματική απόπειρα του Ιουλίου 2016. Ερωτήματα του τύπου «ποιοι είναι οι σημερινοί κυβερνώντες» και «πως αντιλαμβάνονται την θέση τους» στον κατεχόμενο χώρο της Κύπρου, αποκτούν μια ανανεωμένη σημασία στα πλαίσια της σημερινής κρίσης.

Το κείμενο αυτό λοιπόν επιδιώκει να φωτίσει περισσότερο τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζεται η Κύπρος και οι Τουρκοκύπριοι από την τουρκική ακροδεξιά, την πολιτική θέση που επιδιώκει να διασφαλίσει η Άγκυρα στο πολιτικό σύστημα των Τουρκοκυπρίων, αλλά και την αντίδραση που ο συνδυασμός των δύο προαναφερθέντων στοιχείων προκαλεί εντός της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Τουρκικός εθνικισμός και Τουρκοκυπριακή κοινότητα:

Στα ιδεολογικά πλαίσια του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, αλλά και ευρύτερων τμημάτων της τουρκικής δεξιάς, οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν μια οντότητα που δεν μπορεί να ξεπερνά το επίπεδο του «υποκαταστήματος» του τουρκισμού. Στις πλείστες των περιπτώσεων, οι ακραίες εκφράσεις του τουρκικού εθνικισμού δεν μπορούν να αποδεχτούν ούτε τις ελάχιστες διαφορετικότητες των Τουρκοκυπρίων. Η διαδικασία ολοκληρωτικής και απόλυτης ταύτισης των Τουρκοκυπρίων στο τουρκικό έθνος, έχει ως αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζονται ούτε καν ως «τοπικές» οι ιδιαίτερες πτυχές της ταυτότητας τους. Το μέγιστο της αναγνώρισης της διαφορετικότητας παραμένει στο επίπεδο μιας «τοπικής διαφοράς διαλέκτου», η οποία μπορεί να καταγραφεί ούτως ή άλλως σε περιοχές της ίδιας της Τουρκίας. Με αφορμή την σημερινή κρίση, ο γενικός γραμματέας του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης, Ισμέτ Μπουγιουκαταμάν, σημείωσε το εξής ενδεικτικό: «… άλλωστε η ΤΔΒΚ δεν έχει καμιά διαφορά από την Εντίρνε, την Ρίζε, την Χακιάρι, την Μπούρσα και τα Άδανα».

Η κοινωνική και πολιτισμική «εξαφάνιση» της κυπριακής ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων μεγιστοποιείται και στο περιβάλλον που δημιουργεί η συνεχής ενεργοποίηση του δόγματος περί της «μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας». Η συγκεκριμένη φράση, η οποία σήμερα επαναφέρεται με ένταση τόσο από το ακροδεξιό ΜΗΡ, όσο και από αξιωματούχους του κόμματος του Έρντογαν (ΑΚΡ) είναι ενδεικτική μιας ιεραρχικής σχέσης, αλλά ταυτόχρονα και της επιδίωξης εξαφάνισης της αυτονομίας των Τουρκοκυπρίων. Το μήνυμα της φράσης είναι ξεκάθαρο: Η Κύπρος και ειδικά η Τουρκοκυπριακή κοινότητα πρέπει να είναι υπό την υψηλή προστασία και κηδεμονία της Τουρκίας. Εξαιτίας ακριβώς αυτής της απαίτησης, η Τουρκία πρέπει να διατηρεί επί της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ένα είδος «γονικού δικαιώματος» και υποχρέωσης «προστασίας». Αυτή η φράση παραπέμπει στην ανισότητα των «ομοεθνών» για τους οποίους γίνεται λόγος. Οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ούτε ίσοι, ούτε «ενήλικες» στην σχέση τους με την Τουρκία. Καθόλου τυχαία λοιπόν, η ηγέτης του ΜΗΡ υπενθύμισε στον Ακιντζί ότι η πολιτική του συμπεριφορά δεν συνάδει καθόλου με το παραδοσιακό σύνθημα «Η Κύπρος είναι τουρκική και τουρκική θα παραμείνει».

Το βασικό περιεχόμενο της σχέσης με τους Τουρκοκύπριους που θέλουν να επιβάλουν το επόμενο χρονικό διάστημα οι κυριότεροι κύκλοι εξουσίας στην Τουρκία, είναι λοιπόν αυστηρά ιεραρχικό. Είναι μια σχέση «κέντρου – περιφέρειας». Πρόκειται για ένα σχήμα που καταγράφεται και σε άλλες περιπτώσεις σχέσεων «εθνικισμού της μητέρας πατρίδας» και των «ομοεθνών» μειονοτήτων του στο εξωτερικό. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της πρόσφατης αντίδρασης της Άγκυρας ενάντια στον Τουρκοκύπριο ηγέτη είναι η αναπαραγωγή της ιστορικής «καχυποψίας» του μητροπολιτικού κέντρου, ενάντια στην γεωγραφική και πολιτισμική θέση της αδύνατης περιφέρειας. Οι Τουρκοκύπριοι είναι δίπλα από τις «ξένες, εχθρικές δυνάμεις». Κάποτε μάλιστα συνεργάζονται με αυτές. Η γειτνίαση της περιφέρειας με εχθρικούς και ξένους πολιτισμούς, την καθιστά ευάλωτη σε προσμίξεις, συνθέσεις, ανομοιογένειες και πολιτιστικούς πλουραλισμούς. Επομένως η γειτνίαση της περιφέρειας με «εθνικούς εχθρούς» αποτελεί εθνικό κίνδυνο, ο οποίος με τη σειρά του αναπαράγει «συναγερμούς – επιφυλακή» για την συνεχή κηδεμόνευση της περιφέρειας. Αν η περιφέρεια, δηλαδή η Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αφεθεί στην πρόσμιξη τότε θα αλλοιωθεί και συνεπώς θα αποκοπεί από τον λεγόμενο εθνικό κορμό. Όπως έγραψε ο αρθρογράφος της εφημερίδας Μιλλιέτ, Γκιουνερί Τζιβάογλου «Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι ο Ακιντζί δεν νιώθει Τούρκος… Σε αντίθεση με τον Ακιντζί είναι ο Ερσίν Τατάρ, ένας πραγματικός εθνικιστής… Ευχόμαστε λοιπόν να εκλεγεί ο Τατάρ και να τεθεί εκτός αυτός ο ‘ξένος’ που βρίσκεται αναμεσά μας».

Οι παραδόσεις που εξέφρασε ο Ακιντζί:

Στα πλαίσια του εθνικιστικού παροξυσμού και με αυταρχικό τρόπο, η τουρκική ακροδεξιά προσπάθησε να επιβάλει στους Τουρκοκύπριους τον ρόλο του «ακρίτα του τουρκισμού». Ένα ρόλο που αποδεδειγμένα πλέον δεν μπορεί ούτε να εκφράσει ούτε να υλοποιήσει ο σημερινός Τουρκοκύπριος ηγέτης. Στην πολιτική γραμμή που εκπροσωπεί ο Μουσταφά Ακιντζί, προωθούνται έντονα οι ιδιαίτερες κυπριακές πλευρές της τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Είναι αυτές ακριβώς που με την πολιτικοποίηση τους δεν γίνονται ούτε κατανοητές, αλλά ούτε και αποδεκτές από την εξουσία στην Άγκυρα. Επιπλέον όμως, η δημόσια έκφραση αυτών των πλευρών της τουρκοκυπριακής ταυτότητας μέσα από τον λόγο και τις θέσεις του Ακιντζί, γίνεται αμέσως κατανοητή ως μια προσπάθεια «αποκοπής και απομάκρυνσης» των Τουρκοκυπρίων από τον τουρκισμό. Συνεπώς καταγράφεται ως μια πράξη εθνικής προδοσίας.

Οι τοποθετήσεις του Μουσταφά Ακιντζί στην γνωστή συνέντευξη του, δεν ακούστηκαν για πρώτη φορά. Τόσο η ανησυχία του για μια ντε φάκτο προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία ως αποτέλεσμα της μη επίλυσης του κυπριακού, όσο και η διεκδίκηση για πολιτική ισότητα με τους Ελληνοκύπριους, αποτελούν μέρος της ιδεολογικής κληρονομιάς του πολιτικού του χώρου. Η επίμονη επαναφορά του κινδύνου εξαφάνισης της διακριτής κυπριακής και κοσμικής ταυτότητας της κοινότητας από την παρουσία της Τουρκίας, αποτελεί την «ανομολόγητη» πεποίθηση όλων των Τουρκοκυπρίων που προέρχονται από παρόμοιους με τον Ακιντζί ιδεολογικούς χώρους.

Για αυτή την μερίδα της κοινότητας, η στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας συνοδεύτηκε από κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές στρατηγικές δημιουργίας μιας «μικρής τουρκικής πατρίδας». Δηλαδή μιας δυναμικής που τελικά αποξένωσε την κοινότητα από τον ίδιο της τον χώρο.  Η 20η Ιουλίου του 1974 μπορεί να έγινε αντιληπτή ως μια στιγμή «οριστικής» εξόδου των Τουρκοκυπρίων από τον εγκλωβισμό των θυλάκων. Υπό αυτή την έννοια, έγινε αντιληπτή και ως μια στιγμή «ανακούφισης». Όμως η αγωνιώδης επαναφορά της απειλής ενάντια στην κοινοτική ταυτότητα σήμερα, δηλώνει ότι η περίοδος που ακολούθησε το καλοκαίρι του 1974, ήταν μια διαδικασία εξοβελισμού των κυπριακών χαρακτηριστικών των Τουρκοκυπρίων.

Με τις πρόσφατες παρεμβάσεις του, ο Ακιντζί «υπενθυμίζει» την ύπαρξη αυτής ακριβώς της ιστορικής φλέβας ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Αυτής δηλαδή που αντιμετωπίζει την «στιγμή» από την 20η Ιουλίου και μετά, εκτός των ορίων της ιδεολογίας του μιλιταρισμού. Της φλέβας που αν και δεν εκφράζεται με την ίδια ένταση διαχρονικά, συνεχίζει να εμποδίζει την κανονικοποίηση μιας «μικρής τουρκικής πατρίδας». Με λίγα λόγια, υπενθυμίζει την ύπαρξη της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης ενάντια στο πρόγραμμα της Διχοτόμησης, η οποία με την οργανωμένη της μορφή έθετε στο δημόσιο χώρο την απαίτηση «επιστροφής» της κοινότητας στην αληθινά δική της πατρίδα και όχι στην κατασκευασμένη.

Η απογύμνωση της επιρροής της Τουρκίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και η αποβολή του μανδύα του «σωτήρα» που επέβαλε αρχικά η ιδεολογία του μιλιταρισμού, σημαίνει ταυτόχρονα και την δημόσια αποκάλυψη ότι ένα μέρος της κοινότητα απορρίπτει την ιεραρχική σχέση εξουσίας με την Τουρκία, ανεξαρτήτως της πορείας επίλυσης του Κυπριακού. Η υπογράμμιση του Ακιντζί ότι πιθανή επισημοποίηση της προσάρτησης των κατεχομένων στην Τουρκία είναι «τρομακτική» για τους Τουρκοκύπριους, ουσιαστικά θέτει το εξής όριο: η Τουρκία βρέθηκε στην Κύπρο για την προστασία των Τουρκοκυπρίων (επομένως για μια συγκεκριμένη συγκυρία), αλλά στη συνέχεια απέτυχε – ακριβώς λόγω της αποξένωσης των Τουρκοκυπρίων – να πείσει για τις διακηρύξεις της. Η τρομακτική διάσταση του σεναρίου προσάρτησης βασίζεται λοιπόν στην συλλογική εμπειρία της κοινότητας. Μιας συσσωρευμένης εμπειρίας μέσα από την οποία η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βιώνει την εισαγωγή του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, των πολιτισμικών και αξιακών προτύπων της Τουρκίας.

Λαμβάνοντας υπόψη την αυταρχικού τύπου ομογενοποίηση της κοινωνίας στην Τουρκία, την οποία επιχειρεί ο Έρντογαν σε συνθήκες εθνικιστικής κινητοποίησης, η παρέμβαση από τον Τουρκοκύπριο ηγέτη επαναφέρει το ζήτημα των Τουρκοκυπρίων ως «περιθωριακών – ανυπότακτων». Όπως συμβαίνει συνήθως σε συγκυρίες επικράτησης σοβινιστικού παροξυσμού, το κράτος και η εξουσία διεκδικούν να είναι το «απόλυτο μέτρο» της ορθής απόφασης. Η παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα των γενικών προσανατολισμών δεν θεωρείται απλά ανυπακοή και αντιπολίτευση, αλλά εθνική προδοσία. Η ένταση αυτή πολλαπλασιάζεται στην περίπτωση Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων αφού η αντιπολίτευση των δεύτερων λειτουργεί σε ένα ήδη αυταρχικό ιεραρχικό πλαίσιο «μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας». Για ένα πολύ μεγάλο μέρος της πολιτικής ελίτ στην Άγκυρα οι Τουρκοκύπριοι πρέπει να είναι «ευγνώμονες». Αντί αυτού, σήμερα ο Τουρκοκύπριος ηγέτης παρουσιάζει ως τρομακτικό το σενάριο προσάρτησης των κατεχομένων και επιβεβαιώνει ως ανεπιθύμητο τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Άγκυρας γιατί απειλεί την ταυτότητα της κοινότητας. Συνεπώς ο Ακιντζί σήμερα είναι η προσωποποίηση της αγνωμοσύνης των Τουρκοκυπρίων. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Τσιαβούσιογλου, «κανένας δεν θα πίστευε ακόμα και αν το έβλεπε όνειρο, ότι ένας Τουρκοκύπριος θα επέκρινε την Τουρκία για προεκλογικούς λόγους».

Η αμφισβήτηση του γεωπολιτικού οράματος της Τουρκίας:

Η δημόσια παρέμβαση Ακιντζί δημιούργησε ανεπιθύμητες ιδεολογικές ρήξεις και σε ότι αφορά στο ευρύτερο γεωπολιτικό δόγμα που θέλει να αναπτύξει η Τουρκία στην περιφέρεια. Όπως είναι γνωστό μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016, το τουρκικό κράτος σχεδιάζει και υλοποιεί ένα ιδιαίτερα εξωστρεφές δόγμα εθνικής ασφάλειας. Το δόγμα αυτό έχει κωδικοποιηθεί ως η αντιμετώπιση της απειλής στην πηγή της και προτού εισέλθει σε έδαφος της Τουρκίας. Η «επιχείρηση ασπίδα του Ευφράτη», η «επιχείρηση κλάδος ελαίας» και η «επιχείρηση πηγή ειρήνης» – οι τρεις που αφορούν στην Συρία – είναι τα διαφορετικά επίπεδα έκφρασης του εν λόγω δόγματος ασφάλειας του τουρκικού κράτους. Όμως στο ίδιο πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η πολιτική που ακολουθεί η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος και ιδιαίτερα ο κατεχόμενος χώρος αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για το συγκεκριμένο δόγμα της Τουρκίας, αφού καταγράφονται ως ένας χώρος που μπορεί να ενισχύσει τις δυνατότητες παρεμβάσεις της χώρας στις εξελίξεις εντός θάλασσας. Καθόλου τυχαία, τόσο ένα κομμάτι της ακροδεξιάς, όσο και ένα σημαντικό μέρος του ισλαμικού κινήματος θεωρούν ότι η «ΤΔΒΚ» είναι δομικό μέρος της λεγόμενης Γαλάζιας Πατρίδας.

Ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός του κυπριακού χώρου λοιπόν, επιβάλλει την προσαρμογή του τουρκοκυπριακού πολιτικού συστήματος με τρόπο που να προσαρμόζεται στις βασικές γραμμές της ευρύτερης πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Εδώ προκύπτει και η σημαντικότητα της παρέμβασης Ακιντζί. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δημιουργεί ρήγματα εντός του γεωπολιτικού δόγματος της Τουρκίας, αφού αναδεικνύει τις δυνάμεις εκείνες που δεν επιθυμούν την ένταξη των Τουρκοκυπρίων στο προαναφερθέν γεωπολιτικό δόγμα. Τις δυνάμεις εκείνες που αξιολογούν την Κύπρο εντός της αυτονομίας και ανεξαρτησίας της, αλλά όχι ως επαρχία ή νομό ενός άλλου κράτους. Η συγκεκριμένη προοπτική συνδέεται και με την ένταση της αντίδρασης της Άγκυρας εναντίον του Ακιντζί. Η κυβέρνηση της Τουρκίας, ιδιαίτερα σε μια στιγμή γενικής στρατιωτικής κινητοποίησης έτσι όπως αναπτύσσεται στην Συρία, δεν επιθυμεί την ωρίμανση προοπτικών από την περιφέρεια που θα αμφισβητούν την ιδεολογία των στόχων της.

Τέλος, ανεξαρτήτως των στόχων του ίδιου του Ακιντζί, ανεξαρτήτως της δυνατότητας του να συνεχίσει την αντιπαράθεση, η συγκεκριμένη του παρέμβαση έχει ήδη επηρεάσει καθοριστικά τις ισορροπίες ενόψει των εκλογών του Απριλίου 2020. Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση μετέφερε στο επίκεντρο της προεκλογικής περιόδου τις σχέσεις Τουρκοκυπρίων – Τουρκίας. Μάλιστα η ανάδειξη αυτής της πτυχής, γίνεται με τέτοια ένταση που αντικατοπτρίζει πλέον την σημαντικότερη ίσως πτυχή του Κυπριακού προβλήματος για ένα πολύ μεγάλο μέρος των Τουρκοκυπρίων. Επομένως δεν είναι ζήτημα απλά προεκλογικό, αλλά ένα θέμα που με την δημοσιοποίηση του πλέον θα αποτελεί τον βασικό πυρήνα των εξελίξεων στα κατεχόμενα για το επόμενο μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Νίκος Μούδουρος

Λέκτορας, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Πανεπιστήμιο Κύπρου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 16 Φεβρουαρίου 2020

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s