Όταν η Ιστορία επανέρχεται στην καθημερινότητα

kurdistan referandumu

 Η ανεξαρτησία των Κούρδων και η πολυπλοκότητα της κρίσης στην Μέση Ανατολή

Η κουρδική ανεξαρτησία ως ζήτημα 100 χρόνων…

Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ πραγματοποιήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2017 και όπως είναι γνωστό κατέληξε με το συντριπτικό 92.7% στήριξης του «ναι». Είναι ένα από εκείνα τα γεγονότα-τομές που οι ιστορικοί της περιοχής δεν θα μπορούν να προσπεράσουν. Την ίδια στιγμή είναι εξέλιξη που θα επηρεάζει την καθημερινότητα της Μέσης Ανατολής για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα. Η 25η Σεπτεμβρίου 2017 είναι ιστορικά η δεύτερη φορά στα τελευταία περίπου 100 χρόνια που η διεθνής κοινότητα βρίσκεται, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, αντιμέτωπη με το ζήτημα της ανεξαρτησίας των Κούρδων της περιοχής. Η πρώτη φορά ήταν στο περιβάλλον που δημιούργησε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν το θέμα ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν εισήλθε στις διεθνείς σχέσεις, μάλιστα συμπεριλαμβάνοντας τότε ένα μέρος των εδαφών της τότε καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σημερινής Τουρκίας. Η εν λόγω περίοδος τελικά στιγματίστηκε από την αγγλογαλλική συμφωνία αποικιοκρατικού χαρακτήρα, γνωστότερη ως «μυστική συμφωνία Σάικς-Πικό», στη βάση της οποίας η Βρετανία και η Γαλλία μοίρασαν σε σφαίρες επιρροής πολλές από τις αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έστω και αν η συγκεκριμένη συμφωνία δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας καθορισμού του χάρτη της Μέσης Ανατολής, εντούτοις είναι γεγονός ότι η εμφάνιση των εθνικών κρατών της περιοχής που μεταξύ άλλων κατακερμάτισε τον κουρδικό πληθυσμό σε τέσσερα διαφορετικά κρατικά σύνορα (Τουρκία, Ιράκ, Συρία, Ιράν), θεωρείται από πολλούς ως προϊόν της δυτικής επιθετικότητας και επιβολής. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των Κούρδων φέρει μαζί του μέχρι σήμερα την ιστορική πεποίθηση ότι αυτοί ήταν οι ανταγωνισμοί που τους στέρησαν την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης τους. Από τότε μέχρι σήμερα πολλοί είναι αυτοί που περιγράφουν τον κουρδικό πληθυσμό ως το «μεγαλύτερο έθνος χωρίς κράτος».

Η περίοδος που ακολουθεί το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σηματοδότησε νέες δυναμικές για την ευρύτερη Μέση Ανατολή και το κουρδικό πρόβλημα σε περιφερειακό επίπεδο. Στο νέο αυτό πλαίσιο η αντιπαράθεση για την ανεξαρτητοποίηση των Κούρδων ξεκινά αποσπασματικά από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960. Τότε ο Μουσταφά Μπαρζανί, ένας εκ των ιστορικών ηγετών των Κούρδων του Ιράκ (πατέρας του Μασούντ Μπαρζανί σημερινού Προέδρου της Περιφερειακής Διοίκησης του ιρακινού Κουρδιστάν), ασχολήθηκε πιο έντονα με την πιθανότητα ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους συνειδητοποιώντας όμως ότι οι διεθνείς ισορροπίες ήταν απαγορευτικές. Μέσα από αυτή την εκτίμηση προσανατόλισε την δραστηριότητα του Δημοκρατικού Κόμματος του Κουρδιστάν προς την διεκδίκηση ευρείας αυτονομίας των Κούρδων εντός των ορίων του Ιράκ. Οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες μάλιστα οδήγησαν και στην σύναψη της συμφωνίας της 11ης Μαρτίου 1970 με την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης, μέσα από την οποία θα αναγνωριζόταν περιφερειακή κουρδική αυτονομία. Ωστόσο οι ένοπλες συγκρούσεις της περιόδου 1974-1975 ακύρωσαν την προοπτική κουρδικής αυτονόμησης.

Οι υπολογισμοί των διεθνών συγκυριών στην κουρδική πολιτική

Ο Μασούντ Μπαρζανί, κληρονόμος μιας ιστορικής παράδοσης ένοπλου κινήματος για την ανεξαρτησία των Κούρδων, συνέχισε με επίσης προσεχτικά βήματα να προωθεί την συγκεκριμένη ιδέα. Από ότι φάνηκε στην πορεία, βασικός παράγοντας καθορισμού των βημάτων προς την ανεξαρτησία ήταν πάντοτε η εκτίμηση των διεθνών συνθηκών σε σχέση με τις εσωτερικές ιρακινές ισορροπίες. Πολύ χαρακτηριστικά ο Νετσιρβάν Μπαρζανί, Πρωθυπουργός της Περιφερειακής Διοίκησης, υπογράμμιζε ότι για την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ «πάντοτε υπάρχει η κακή συγκυρία, η πολύ κακή συγκυρία και η χειρότερη συγκυρία». Ήθελε ίσως να τονίσει με αυτό τον τρόπο τόσο τις τεράστιες δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, όσο και το αναπόφευκτο της ιστορικής εξέλιξης. Η αντικειμενική κατάσταση και το διεθνές περιβάλλον άρχισαν να αλλάζουν δραματικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 με τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Το άμεσο αποτέλεσμα των ανακατατάξεων ήταν η δημιουργία της Περιφερειακής Κουρδικής Διοίκησης το καλοκαίρι του 1992. Με αυτό τον τρόπο, οι Κούρδοι του Ιράκ έδειχναν να «προηγούνται» των άλλων κουρδικών οργανωμένων συνόλων στις γειτονικές χώρες από την άποψη της διαδικασίας αυτόνομης πολιτικής συγκρότησης. Η τάση αυτή επισφραγίστηκε με την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003. Η αμερικανική εισβολή κορύφωσε την πορεία μετατροπής του Ιράκ σε ένα ίσως κλασσικό παράδειγμα «αποτυχημένου κράτους» μέσα από την αποσάθρωση των δομών εξουσίας, την επικράτηση εθνοτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων, καθώς και την απόλυτη οικονομική εξάρτηση. Με το νέο σύνταγμα του 2005, οι Κούρδοι κατάφεραν να μπουν σε μια διαδικασία σχετικής ισχυροποίησης της αυτόνομης θεσμικής τους παρουσίας στην ομόσπονδη περιοχή του βορείου Ιράκ, αλλά ταυτόχρονα να αποκτήσουν επιπλέον επιρροή σε κάποιους από τους βασικούς κεντρικούς πυρήνες εξουσίας.

Η αντικατάσταση της αραβικής από την «κουρδική άνοιξη»

Στην πορεία όμως, η τραγική κληρονομιά της εισβολής του 2003 δημιούργησε τις προϋποθέσεις εμβάθυνσης της ιρανικής επιρροής στην Βαγδάτη, αλλά και ενός πολλές φορές βίαιου ανταγωνισμού εξουσίας που οδηγούσε σε προσπάθειες περιθωριοποίησης των Κούρδων. Η εμφάνιση της οργάνωσης του «Ισλαμικού κράτους» μέσα από τα συντρίμμια των θρησκευτικών συγκρούσεων επισημοποίησε την πορεία κατάρρευσης του Ιράκ. Παράλληλα όμως εμφάνισε και τις αδυναμίες του ιρακινού στρατού να αντιμετωπίσει άμεσα τους κινδύνους. Οι ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων τριών χρόνων πιστοποίησαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των τακτικών ένοπλων δυνάμεων της κουρδικής διοίκησης στην προστασία των συγκεκριμένων περιοχών από τις επιθέσεις των τζιχαντιστών, αλλά την ίδια στιγμή έχτισαν και νέες ευκαιρίες εδαφικής επέκτασης των δυνάμεων του Μπαρζανί. Οι ταυτόχρονες γειτονικές επιτυχίες των ένοπλων ομάδων του κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος της Συρίας απέναντι στην επιθετικότητα του «Ισλαμικού κράτους», έστω και αν προέρχονταν από το αντίπαλο ιδεολογικό στρατόπεδο του Μπαρζανί, συνέβαλαν στην οικοδόμηση ενός νέου, σύγχρονου ιστορικού αφηγήματος για την ευρύτερη κουρδική εθνική συνείδηση. Οι εσωτερικοί ιδεολογικοί ανταγωνισμοί μεταξύ των δύο διαφορετικών παραδόσεων Μπαρζανί και Οτζαλάν, χωρίς να καταργούνται έδειχναν να συγκροτούν τις βάσεις για μια ανανεωμένη στήριξη της ιδέας της αυτόνομης πολιτικής συγκρότησης από ευρύτερα στρώματα των κοινωνιών των Κούρδων στα τέσσερα κράτη της περιφέρειας. Το δημοψήφισμα της 25ης Σεπτεμβρίου 2017 στο Ιράκ, αλλά και η ανακήρυξη της Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Βόρειας Συρίας στα τέλη του 2016, αποτελούν σήμερα δύο διαφορετικά μοντέλα αυτονομίας-ανεξαρτησίας των Κούρδων, τα οποία αναπαράγουν δυναμικές ικανές να επηρεάσουν γενικά την μεταπολεμική πολιτική συγκρότηση στην περιοχή.

Κούρδοι εναντίον όλων;

Το δημοψήφισμα της 25ης Σεπτεμβρίου στην Περιφερειακή Κουρδική Διοίκηση πραγματοποιήθηκε στην σκιά της τραγικότητας που δημιούργησαν οι άμεσες και έμμεσες απειλές όσων περιφερειακών και μη δυνάμεων διαφωνούν με την προοπτική ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ. Εάν ληφθεί υπόψη το ιστορικό υπόβαθρο του ζητήματος και οι πολιτικές που ακολούθησαν διαχρονικά οι μεγάλες δυνάμεις, το πρόσφατο δημοψήφισμα ολοκληρώθηκε στη σκιά της πίεσης που δημιουργεί η έννοια της αξιοπρέπειας ενός λαού σε συνδυασμό με την «κούραση» των συνεχών πολέμων και της απώλειας τόσων πολλών ανθρώπινων ζωών. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον διλημμάτων για τους Κούρδους του Ιράκ, η πιθανότητα αποδοχής εκ μέρους του Μπαρζανί των προτάσεων για αναβολή ή για ακύρωση του δημοψηφίσματος, θα μπορούσε να μεταβληθεί σε πολιτικό τέλος της εξουσίας του. Μια τέτοια κίνηση όμως, ιδιαίτερα μετά από όσα μεσολάβησαν, θα αποτελούσε ακόμα ένα συμβολισμό αναξιοπρέπειας για τον κουρδικό πληθυσμό, μεγάλο μέρος του οποίου έστω και αν ανησυχεί από την πιθανότητα ενός μακροχρόνιου αποκλεισμού εντούτοις θεωρεί ότι δεν έχει και πολλά να χάσει.

Το υψηλό ποσοστό στήριξης του «ναι», έχει λοιπόν τη δική του σημασία. Το εκλογικό σώμα συμμετείχε στη διαδικασία υπό το βάρος όχι μόνο των εξωτερικών πιέσεων, αλλά και των εσωτερικών συγκρούσεων και διαφωνιών. Αρχικά η αντιπολίτευση ενάντια στον Μπαρζανί ήταν ιδιαίτερα σκεπτικιστική για την χρονική συγκυρία που επιλέγηκε για την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος. Η Περιφερειακή Διοίκηση ήταν ήδη στο μέσο μιας βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που προκαλούσε το οικονομικό βάρος του πολέμου κατά του «Ισλαμικού κράτους», οι διαφωνίες με την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης και η φθορά της εξουσίας Μπαρζανί μετά από μια περίοδο έντονης διαφθοράς και αυταρχισμού. Τελικά όμως κανένας πολιτικός παράγοντας δεν μπόρεσε να μειώσει την δυναμική της ιστορικής συνείδησης για την ανεξαρτησία που φαίνεται σήμερα ζωντανή όσο ποτέ προηγουμένως. Ακόμα και τα κόμματα της αντιπολίτευσης που επέκριναν τον Μπαρζανί σχετικά με την «βεβιασμένη του απόφαση» για δημοψήφισμα, αναγκάστηκαν έστω και την τελευταία στιγμή να υποχωρήσουν μπροστά στον κοινωνικό ενθουσιασμό.

Υπό αυτή την έννοια, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα ανανεωμένο πολιτικό μανιφέστο των Κούρδων, ειδικά του Ιράκ, καθώς και μια νέα βάση ζύμωσης της ιδέας για ανεξαρτησία. Όμως θα ήταν σημαντικό να υπογραμμιστεί επίσης ότι το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων των Κούρδων στα βόρεια του Ιράκ, καθώς και στις άλλες τρεις περιοχές (Τουρκία, Συρία, Ιράν) συνειδητοποιούν την τεράστια δυσκολία του εγχειρήματος της ανεξαρτησίας. Η επαναλαμβανόμενη διαβεβαίωση του Μπαρζανί ότι το δημοψήφισμα δεν οδηγεί αυτόματα στην ανακήρυξη κράτους, ούτε και στην αλλαγή συνόρων, υποδεικνύει μάλλον ότι η Περιφερειακή Κουρδική Διοίκηση θέτει σε προτεραιότητα την αντιμετώπιση του επιθετικού κλίματος από τα έξω και την ομαλοποίηση των δυναμικών που γέννησε το δημοψήφισμα.

Πτυχές του κουρδικού ρεαλισμού και προοπτικές κρίσης

Τα πρώτα βήματα των Κούρδων μετά την «καταιγίδα» που προκάλεσε η 25η Σεπτεμβρίου φαίνεται να προσανατολίζονται περισσότερο στους εξής άξονες: Σε ένα πρώτο επίπεδο, μάλλον ακολουθούν ρυθμίσεις για εμβάθυνση της πολιτικής, διοικητικής, οικονομικής πτυχής της κρατικής δομής σε συνδυασμό με τις προσπάθειες ενδυνάμωσης των στρατιωτικών σωμάτων και της δομής ασφάλειας. Σε αυτό το επίπεδο, η αντιπολίτευση ενάντια στον Μπαρζανί θα έχει καθοριστικό ρόλο είτε στη διευκόλυνση, είτε σε δημιουργία εμποδίων προς την εξουσία του. Στο δεύτερο επίπεδο η προτεραιότητα αναμένεται να δοθεί στη δημιουργία προϋποθέσεων για συνομιλίες με την Βαγδάτη, οι οποίες να περιλαμβάνουν την ιδέα για μια «συμφωνημένη διχοτόμηση/ανεξαρτητοποίηση». Ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα σε πιθανές διαπραγματεύσεις τέτοιου τύπου θα είναι φυσικά το εδαφικό ζήτημα. Οι περιοχές που σήμερα θεωρούνται «αμφισβητούμενες» με βάση το σύνταγμα του Ιράκ (π.χ Κιρκούκ) θα αναπαράγουν συγκεκριμένες κρίσεις και αντιπαραθέσεις. Ο Μπαρζανί συνειδητοποιεί παράλληλα ότι ένας ενδεχόμενος μακροχρόνιος πολιτικός και οικονομικός αποκλεισμός του ιρακινού Κουρδιστάν θα καταστήσει ανέφικτο τον στόχο της δημιουργίας κυρίαρχου κράτους. Έτσι δεν αποκλείεται να επιδιώξει οι διαπραγματεύσεις με τη Βαγδάτη να συμπεριλάβουν την ιδέα της εξελικτικής πορείας που θα έχει ως σταθμό την δημιουργία μιας συνομοσπονδιακής δομής. Το τρίτο επίπεδο περιλαμβάνει την ενίσχυση της προσπάθειας διαβεβαίωσης προς Τουρκία και Ιράν, ότι η κουρδική ανεξαρτησία δεν θα σημαίνει εδαφικές νέες εδαφικές διεκδικήσεις. Αντίθετα, η βασική ιδέα του Μπαρζανί επικεντρώνεται στην προώθηση της προοπτικής ότι ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν μπορεί να γίνει σημαντικός οικονομικός εταίρος των δύο χωρών. Βεβαίως σε αυτό το επίπεδο, τόσο η Τουρκία, όσο και το Ιράν επηρεάζονται στην αντίδραση τους όχι τόσο από τις διαβεβαιώσεις Μπαρζανί αλλά από την δραστηριοποίηση του κουρδικού πληθυσμού στα δικά τους εδάφη.

Φυσικά δίπλα από τα προαναφερθέντα υπάρχουν και οι προοπτικές μιας εντεινόμενης κρίσης. Εάν δεν προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις με την Βαγδάτη, θα παραμείνουν ανοιχτά όλα τα μέτωπα συγκρούσεων. Άραβες-Κούρδοι, Κούρδοι-Τουρκομάνοι, Κούρδοι-ένοπλες ομάδες σιητών, συγκροτούν σχεδόν όλους τους πιθανούς συνδυασμούς μιας ιδιαίτερα εκρηκτικής κατάστασης. Στο βάθος, αν και πιο απομακρυσμένη ως πιθανότητα, παραμένει ζωντανή η απειλή για στρατιωτική επέμβαση της Άγκυρας, αλλά και της Τεχεράνης. Στο νέο πλαίσιο καθοριστικός αναμένεται να είναι και ο ρόλος των ΗΠΑ, οι οποίες θέτουν σε προτεραιότητα την μείωση της ιρανικής επιρροής και ως εκ τούτου προσανατολίζονται περισσότερο στα αποτελέσματα των εκλογών του Ιράκ το 2018. Ο βαθμός στήριξης ή απόρριψης της κουρδικής ανεξαρτησίας από πλευράς ΗΠΑ, εισέρχεται πλέον στον ευρύτερο υπολογισμό αντιμετώπισης του Ιράν εντός Ιράκ και της Ρωσίας εντός Συρίας.

Η αγωνία της Άγκυρας…

Η νέα κρίση που δημιούργησε το δημοψήφισμα των Κούρδων του Ιράκ εντός Τουρκίας, ίσως να μην μοιάζει με όλες τις πρόσφατες που γνωρίζει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Ο βασικός λόγος είναι ότι για μια πολύ μεγάλη περίοδο ολόκληρη η περιφερειακή πολιτική του Έρντογαν βασίστηκε εν πολλής στις σχέσεις οικονομικής ενσωμάτωσης με την κουρδική διοίκηση του βορείου Ιράκ. Η ανάπτυξη των σχέσεων της Άγκυρας με τον Μπαρζανί και το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν αποτέλεσαν μια πτυχή της συνθηματικής προσέγγισης περί «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες. Όμως το πιο σημαντικό ήταν ότι μετατράπηκαν στον βασικό πυλώνα της προσπάθειας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) για περιορισμό της περιφερειακής επιρροής του ΡΚΚ. Στις τεράστιες οικονομικές σχέσεις της Τουρκίας με τους Κούρδους του Ιράκ, κρύβονταν οι έμμεσες και άμεσες ιδεολογικές πτυχές δημιουργίας ενός «συντηρητικού κουρδικού αντίβαρου» ενάντια στην εξάπλωση του μοντέλου που πρότεινε ο Οτζαλάν στο κουρδικό κίνημα. Όλα αυτά δείχνουν να αμφισβητούνται μέσα σε μερικά εικοσιτετράωρα. Οι σκληρές εκφράσεις και απειλές του Έρντογαν σε συνδυασμό με την συγκρότηση ενός άτυπου αντικουρδικού συνασπισμού εντός Εθνοσυνέλευσης τις τελευταίες μέρες, αναμένεται να προκαλέσουν νέα ρήγματα στην κοινωνία των Κούρδων της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Ήδη πολλά μέρη του κουρδικού ισλαμικού κινήματος της Τουρκίας που ήταν μέχρι πρόσφατα πυλώνες στήριξης της κυβέρνησης ΑΚΡ, εκφράζουν δημόσια την απογοήτευση τους. Το βάθος της κρίσης θα εξαρτηθεί εν πολλής από την επιλογή που θα κάνει ο Έρντογαν για τις κοινωνικές συμμαχίες που θα συγκροτήσει ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2019. Πάντως η πιθανότητα ομαλοποίησης της κατάστασης τουλάχιστον σε ότι αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης του ΡΚΚ από πλευράς του τουρκικού κράτους, στη σημερινή συγκυρία απομακρύνεται.

 

Νίκος Μούδουρος

Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 8 Οκτωβρίου 2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s