Η σύντομη ιστορία των «συνταγματικών» αντιπαραθέσεων στην Τουρκία

tourkia-tria-diaforetika-syntagmata-tessera-praxikopimata-kai-61-kyverniseis

Η σημερινή αντιπαράθεση στην Τουρκία σχετικά με το νέο Σύνταγμα, την πιθανότητα αλλαγής του πολιτειακού της συστήματος και η διαλεκτική σχέση αυτής της αλλαγής με την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της χώρας, δεν αποτελούν νέες εξελίξεις. Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση υπάρχει ιστορικά και κορυφώνεται αναλόγως των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών ανακατατάξεων στο εσωτερικό της Τουρκίας και στο διεθνές πλαίσιο που την επηρεάζει. Μερικά από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ιστορικού πλαισίου είναι η σχετικά μακρά συνταγματική εμπειρία της Τουρκίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά και το σύντομο χρονικό διάστημα υιοθέτησης του πολυκομματικού συστήματος από το 1945. Όμως είναι γεγονός ότι η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τα προβλήματα που αντιμετώπισε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει το τουρκικό πολιτικό σύστημα δεν μπορούν να περιορίζονται στο περιεχόμενο του Συντάγματος. Αντίθετα, η αντιπαράθεση για την αλλαγή του Συντάγματος και του πολιτειακού συστήματος συνδέεται με το επίπεδο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, πολιτικής εξέλιξης και αποσταθεροποιήσεων. Επίσης οι διεθνείς συγκυρίες και η εκάστοτε στρατηγική των τουρκικών ελίτ, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πιο πάνω αναζήτηση.

Το Σύνταγμα ως αποτέλεσμα πραξικοπημάτων

Δεν ήταν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η Τουρκία από την ίδρυση της είχε τρία διαφορετικά Συντάγματα, τέσσερα πραξικοπήματα και 61 κυβερνήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, τα στρατιωτικά πραξικοπήματα έπαιξαν σημαντικό ρόλο ως προς την επιβολή συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών ισορροπιών, οι οποίες τελικά αντικατοπτρίζονταν στο εκάστοτε Σύνταγμα, μέσα από την αυταρχική επιβολή του στρατού και το χαρακτήρα της ιδεολογικής του ηγεμονίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Σύνταγμα του 1961, προϊόν του πραξικοπήματος του 1960, το οποίο διακρινόταν από την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης του στρατιωτικού κατεστημένου προς τα πολιτικά κόμματα και την πολιτική ζωή ευρύτερα. Το Σύνταγμα του 1961 επιδίωξε να διχοτομήσει την εξουσία με τρόπο που να ελέγχεται περισσότερο από τον γραφειοκρατικό-στρατιωτικό μηχανισμό και να εμποδίσει τη νομιμοποίηση της από τη λαϊκή ψήφο. Έτσι το συγκεκριμένο Σύνταγμα επέβαλε, διαμέσου του κατακερματισμού και ελέγχου της εξουσίας, μια «συνομοσπονδία εξουσιών» με παράλληλα σώματα και διαδικασίες.

Κορύφωση των προσπαθειών για αναδόμηση και συγκεντροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας ήταν το Σύνταγμα του 1982, επίσης προϊόν του πραξικοπήματος του Σεπτεμβρίου 1980. Η συγκεκριμένη προσπάθεια με το Σύνταγμα του 1982, επικεντρώθηκε στην αύξηση των εκτελεστικών εξουσιών του Προέδρου σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα με τρόπο που να διασφαλίζεται η συνέχεια στην απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και διαδικασιών. Δημιουργήθηκε με αυτό τον τρόπο μια «δικέφαλη εκτελεστική δομή», με τον Πρόεδρο να λειτουργεί ως «σκιά» ελέγχου του πολιτικού συστήματος, υπεράνω κομμάτων και συνεπώς λαϊκής νομιμοποίησης. Με αυτό τον τρόπο σταδιακά οικοδομήθηκε ένα περίπλοκο κεκτημένο για τον επικεφαλής του κράτους, ο οποίος μπορούσε να παρεμβαίνει στη λειτουργία της πολιτικής ζωής συνολικά και να επηρεάζει το πρόγραμμα της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης.

Η συνταγματική κληρονομιά του πραξικοπήματος του 1980

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε με το Σύνταγμα του 1982, αποτελεί μέχρι σήμερα βάση έντονων ιδεολογικών και πολιτικών αναζητήσεων για το μέλλον του πολιτειακού καθεστώτος της Τουρκίας. Υπάρχουν πολλοί μελετητές που υποστηρίζουν ότι ο οποιασδήποτε διάλογος αφορά στην υιοθέτηση προεδρικού συστήματος πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δεδομένο ότι το Σύνταγμα του 1982 έχει ήδη οικοδομήσει μια δομή πολύ κοντά στο προεδρικό. Άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι οι εξουσίες που παραχωρεί το συγκεκριμένο Σύνταγμα στον Πρόεδρο του κράτους είναι περισσότερες ακόμα και από το ημιπροεδρικό σύστημα της Γαλλίας, συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κοινοβουλευτικό σύστημα. Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Μπουρχάν Κουζού, ηγετικό στέλεχος του ΑΚΡ, υποστηρίζει ότι το Σύνταγμα του 1982 μέσα από τις διευρυμένες εκτελεστικές εξουσίες που παραχώρησε στον Πρόεδρο, μετέτρεψε με ένα περίπλοκο τρόπο σε “sui generis” το πολιτειακό σύστημα της Τουρκίας, χωρίς να μπορεί να ονομαστεί ούτε προεδρικό, αλλά ούτε και κοινοβουλευτικό.

Το προαναφερθέν πλαίσιο παίρνει νέες διαστάσεις με το δημοψήφισμα του 2007, στο οποίο η κυριότερη ίσως αλλαγή ήταν η έγκριση πρόνοιας για απευθείας εκλογή του Προέδρου από το λαό. Με αυτή την αλλαγή και σε συνδυασμό με τις διευρυμένες εκτελεστικές εξουσίες που έχει ο Πρόεδρος του κράτους, η Τουρκία έχει ήδη σημειώσει ένα καθοριστικό βήμα προς το προεδρικό σύστημα. Τουλάχιστον σε ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο, ένας Πρόεδρος με λαϊκή νομιμοποίηση από άμεση ψηφοφορία και με συνταγματικές εκτελεστικές εξουσίες, αποτελεί ούτως ή άλλως μια πανίσχυρη παρουσία ανεξάρτητα από τους νομικούς χαρακτηρισμούς του πολιτειακού συστήματος.

Η ιδιαίτερη αναφορά που γίνεται για το Σύνταγμα του 1982 και την κληρονομιά που αφήνει πίσω του, σχετίζεται άμεσα με την πορεία κοινωνικό-οικονομικού και πολιτικού μετασχηματισμού της Τουρκίας μέχρι σήμερα. Συνεπώς συνδέεται και με τις γενικότερες αντιπαραθέσεις που αναπτύσσονται την τελευταία δεκαετία επί διακυβέρνησης ΑΚΡ για την προοπτική αλλαγής του Συντάγματος και υιοθέτησης του προεδρικού συστήματος. Η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού στην Τουρκία με το πραξικόπημα του 1980, είχε παράλληλα κορυφώσει και τις αναζητήσεις γύρω από το ρόλο του κράτους, των κρατικών παρεμβάσεων, αλλά και της ίδιας της δομής εξουσίας του τουρκικού κράτους. Από τη μια εντείνονται οι προσπάθειες ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ από την άλλη επανέρχονται στην επιφάνεια οι συζητήσεις για αποκέντρωση όπως για παράδειγμα μέσα από την ενδυνάμωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά το πραξικόπημα του 1980 και το νέο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο, πολιτικά ρεύματα που υποστήριζαν την αποκέντρωση της διοίκησης και είχαν περιθωριοποιηθεί, επέστρεψαν σταδιακά στο προσκήνιο.

Η σύνδεση του προεδρικού συστήματος με το νεοφιλελευθερισμό

Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις περί της επικράτησης ενός γενικά και ακαθόριστα μικρότερου κράτους στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης του καπιταλισμού, η τουρκική εμπειρία (όπως και η εμπειρία άλλων χωρών) έδειξε ότι η εξουδετέρωση του κράτους αφορά κυρίως στο πεδίο της κοινωνικής πρόνοιας μέσα από τις περικοπές και στο πεδίο της παραγωγής μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Το κράτος ως τέτοιο αναδιαμορφώνεται στο νέο πλαίσιο, παραμένει ισχυρό ενώ σε πολλές περιπτώσεις γίνεται ιδιαίτερα αυταρχικό.

Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εξελίξεων ήταν η ενίσχυση των αναζητήσεων γύρω από τη μείωση των αρμοδιοτήτων της νομοθετικής εξουσίας και την αύξηση εκείνων της εκτελεστικής εξουσίας, ιδιαίτερα στο επίπεδο της αποτελεσματικότερης ρύθμισης της «ελεύθερης αγοράς». Έτσι, το συγκεκριμένο δεδομένο οδήγησε τις τουρκικές ελίτ στην επιδίωξη μετάβασης από την αντίληψη ενός «νομοθετικού κράτους» στην αντίληψη ενός αποτελεσματικότερου «διοικητικού κράτους». Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερη σημασία απέκτησαν οι πολιτικοί φορείς και εκφραστές του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της Τουρκίας. Δηλαδή το ευρύτερο ρεύμα της τουρκικής συντηρητικής Δεξιάς και το πολιτικό Ισλάμ, των οποίων οι ιδεολογικές παραδόσεις συμπεριλαμβάνουν μια ευρύτερη προσπάθεια ισχυροποίησης της εκτελεστικής εξουσίας, αποδυνάμωσης της νομοθετικής και δημιουργίας προϋποθέσεων για μείωση της αυτονομίας της δικαστικής εξουσίας. Συνεπώς θα μπορούσε να σημειωθεί ότι η κληρονομιά του Συντάγματος του 1982 στην υπόθεση συγκέντρωσης της εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί μία από τις κύριες βάσεις πάνω στις οποίες η τουρκική Δεξιά και ιδιαίτερα το πολιτικό Ισλάμ είχαν διεκδικήσει και συνεχίζουν να διεκδικούν την αλλαγή του πολιτειακού συστήματος της χώρας.

Η συμφιλίωση του κράτους με το έθνος

Η αλλαγή του Συντάγματος και η πιθανότητα πολιτειακής αλλαγής στην Τουρκία, συνιστούν μια ιστορική συνέχεια του ΑΚΡ με τα προηγούμενα κόμματα της Δεξιάς και του ισλαμικού Κινήματος Εθνικής Άποψης, σε ένα νέο πλαίσιο. Συνεπώς η αποκωδικοποίηση των αντιλήψεων που έχει το σημερινό κυβερνών κόμμα στην Τουρκία επί του θέματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με μια παραδοσιακή αντίληψη των ισλαμικών κομμάτων και του Κινήματος Εθνικής Άποψης που συνεχίζεται στο ΑΚΡ, η Τουρκία βρισκόταν για χρόνια υπό την κυριαρχία δυτικότροπων και ως εκ τούτου ξένων προς το μουσουλμανικό μιλλέτ, κοσμικών ελίτ. Δηλαδή το τουρκικό κοσμικό κράτος ήταν υπό την κατοχή «ξένων», μια κατάσταση που αναπαρήγαγε την εχθρότητα μεταξύ του κράτους και του μουσουλμανικού έθνους-μιλλέτ.

Σε αυτό το πλαίσιο, στόχος της ισλαμικής παράδοσης ήταν η «επανασύνδεση του κράτους με το δικό του έθνος», η επικράτηση μιας ιστορικής συμφιλίωσης και εναγκαλισμού της εξουσίας με το μουσουλμανικό μιλλέτ. Με λίγα λόγια, το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια των αυθεντικών εκπροσώπων του έθνους-μιλλέτ. Το ΑΚΡ σήμερα φαίνεται να αναπαράγει την αντίληψη της σύγκρουσης μεταξύ κράτους και ένθους, εκσυγχρονίζοντας την παράλληλα με όρους του νέου κοινωνικο-οικονομικού πλαισίου. Ο Νουμάν Κουρτουλμούς, ένας εκ των Αντιπροέδρων του ΑΚΡ, υπογράμμισε ότι: «Δεν πρόκειται να υπάρξει επιστροφή στα παλιά. Η Τουρκία μετά από δύο αιώνες αγώνων ξανασυναντήθηκε με τις ρίζες της. Αυτό το έθνος έφερε στην εξουσία τα δικά του παιδιά. Ήρθε στη δική του εξουσία και δε θα κατεβεί από την εξουσία».

Σαν συνέχεια της πιο πάνω ιστορικής ερμηνείας, τα προβλήματα του πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα του Συντάγματος εκπηγάζουν από την εκ των άνω επιβολή του και συνεπώς από την καταστρατήγηση της εθνικής βούλησης, της θέλησης του αυθεντικού μουσουλμανικού μιλλέτ. Επομένως η «ιερή» αποστολή την οποία επωμίζεται το πολιτικό Ισλάμ για να επιλύσει το πιο πάνω πρόβλημα, επικεντρώνεται κυρίως σε δύο άξονες: τη δημιουργία ενός Συντάγματος που να μην καταστρατηγεί τη βούληση του ένθους-μιλλέτ, αλλά και τη δέσμευση σε ένα περιεχόμενο του Συντάγματος, το οποίο θα υπογραμμίζει όλα εκείνα που θα αποκαθιστούν την Τουρκία ως ένα «ένδοξο κράτος» εμπνευσμένο από την αυτοκρατορική κληρονομιά των Οθωμανών. Για παράδειγμα, το δημοψήφισμα ως πολιτική πράξη διαθέτει στρατηγικό χαρακτήρα στο πιο πάνω ιδεολογικό πλαίσιο. Μέσα από το δημοψήφισμα διασφαλίζεται η δημοκρατία η οποία έχει την έννοια της συμμετοχής του έθνους-μιλλέτ και της προώθησης της ιστορικής συμφιλίωσης μεταξύ αυτού του μιλλέτ και του «αποξενωμένου» κράτους. Το ΑΚΡ μέσα σε 10 χρόνια διακυβέρνησης πρωτοστάτησε στην πραγματοποίηση δύο δημοψηφισμάτων για συνταγματικές αλλαγές.

Το προεδρικό σύστημα ως ισλαμικό ζήτημα

Επιπλέον, το ίδιο το Σύνταγμα πρέπει να ανταποκρίνεται όχι μόνο στις νέες ανάγκες της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης της Τουρκίας, αλλά και στις ανάγκες που δημιουργεί αυτή η ανάπτυξη στην εξωτερική της πολιτική. Το Σύνταγμα της χώρας θα πρέπει να διευκολύνει την κατάργηση των παραδοσιακών και εν πολλής «ψεύτικων» εθνικών συνόρων και να ανοίγει το δρόμο για μια γενικότερη ενσωμάτωση στην περιοχή. Όπως σημειώνει ο Σιαμπάν Αμπάκ  στην εφημερίδα Γιενί Σιαφάκ, η δημιουργία νέου Συντάγματος θα πρέπει να διασφαλίζει τις προοπτικές εναγκαλισμού των γειτονικών λαών, θα πρέπει να διασφαλίζει την επανέναρξη μια διαδικασίας ενσωμάτωσης και κοινής ζωής με την Τουρκία. Άρα το νέο Σύνταγμα θα πρέπει να αποτελέσει μια τομή στο καθεστώς πραγμάτων που εγκαθιδρύθηκε με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και να επαναφέρει σε νέο πλαίσιο την εμπειρία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο σημείο αυτό εισέρχεται η έννοια του «Ένδοξου-Λαμπρού Κράτους», το οποίο θα γίνει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης για τους γειτονικούς λαούς.

Σε ένα τέτοιο κράτος λοιπόν, σε ένα περιβάλλον αναγεννημένης «μεγαλοσύνης» της Τουρκίας που μπορεί να ενσωματώνει τη γειτονική της περιοχή στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, «ταιριάζει» το προεδρικό σύστημα. Γιατί το προεδρικό σύστημα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση του πολιτικού Ισλάμ, είναι χαρακτηριστικό «μεγάλων, ένδοξων και ανεπτυγμένων κρατών». Ο Έρντογαν σημειώνει με νόημα ότι: «Το προεδρικό σύστημα δε μας είναι ξένο. Οι πρόγονοι μας έζησαν κάτι παρόμοιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το σύστημα αυτό υπάρχει στα πιο ανεπτυγμένα κράτη του κόσμου. Στις ΗΠΑ και στη Ρωσία υπάρχει προεδρικό. Στη Γαλλία υπάρχει ημιπροεδρικό σύστημα. Στη Λατινική Αμερική επίσης. Εάν οι ανεπτυγμένες χώρες διοικούνται με αυτό το σύστημα, τότε αυτό κάτι σημαίνει». Οι δηλώσεις αυτές αποκτούν νόημα, εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι μετατρέπουν το προεδρικό σύστημα σε συνώνυμο της οικονομικής ανάπτυξης και συνεπώς της «μεγαλοσύνης» του κράτους. Την ίδια όμως στιγμή, αναγάγουν την αλλαγή του πολιτειακού συστήματος στην Τουρκία σε μια πολιτισμική αναγκαιότητα που αρμόζει στη χώρα και το έθνος-μιλλέτ.

Σύμφωνα με τον Κουζού, η «πολυκέφαλη εξουσία» δεν αρμόζει στο ευρύτερο αξιακό πλαίσιο των Τούρκων, λόγω της καθιερωμένης αντίληψης ότι «τα πάντα αναμένονται από την κυβέρνηση», δηλαδή την εκτελεστική εξουσία. Ο Αλί Φουάτ Μπάσγκιλ αναδεικνύοντας τη σύνδεση μεταξύ του ισλαμικού πολιτισμού και του προεδρικού συστήματος ήδη από τη δεκαετία του 1950, υπογράμμισε ότι «Είμαστε ένα έθνος που θέλει να βλέπει από πάνω του μια και μόνη αρχή. Να εκλέγουμε εμείς μεταξύ μας αυτή την αρχή. Και ας της αναγνωρίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά για να είναι αρχή. Μετά την κατάργηση του σουλτανάτου και του χαλιφάτου και με στόχο να μην πιαστεί ξανά η Τουρκία στη φουρτούνα μιας κυβέρνησης ενός προσώπου, ήθελαν να δημιουργήσουν την Εθνοσυνέλευση. Δηλαδή έναν ηγεμόνα 100 κεφαλιών και δίπλα της θέλησαν να αφήσουν έναν Πρόεδρο του κράτους στο επίπεδο του εθιμοτυπικού υπαλλήλου».

Το 2017 ως το καθοριστικό έτος

Πάντως ανεξάρτητα από την επιτυχία ή όχι στην υλοποίηση του διπλού στόχου του ΑΚΡ για αλλαγή του Συντάγματος και του πολιτειακού συστήματος στην Τουρκία, είναι γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα διαθέτει μια ολοκληρωμένη στρατηγική επί του θέματος. Το ΑΚΡ δεν έκρυψε ποτέ την πρόθεση του για προεδρικό σύστημα, ήδη από το 2001 έτος ίδρυσης του. Όμως φαίνεται ότι τα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι δεν του επέτρεψαν να ανοίξει ολοκληρωμένα αυτή τη συζήτηση. Σήμερα όμως φαίνεται ότι η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος συνέβαλε καθοριστικά στην επαναφορά του θέματος. Η επόμενη περίοδος του 2017 μάλλον θα είναι μια εποχή των εντονότερων ζυμώσεων με επίκεντρο τη συνταγματική αλλαγή και την υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.

 

 

Νίκος Μούδουρος

Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 6 Νοεμβρίου 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s