«Είμαι περήφανος που είμαι Τουρκοκύπριος»

cozumvebaris-platformu-logo

Το έμβλημα της νεοϊδρυθήσας Τ/Κ Πλατφόρμας Λύση και Ειρήνη

 Η πλατφόρμα «Λύση και Ειρήνη» και οι διακυμάνσεις στη συλλογική ταυτότητα της κοινότητας

Ήδη από τα τέλη του 1964, σε συνθήκες ολοκληρωτικής πολιορκίας της Τουρκοκυπριακής κοινότητας στους θύλακες, ο Özger Yaşın περιέγραφε με το δικό του τρόπο σημαντικές (προϋπάρχουσες) αλλαγές στον προσδιορισμό της συλλογικής ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων, οι οποίες εκφράζονταν έστω και με δυσκολία στο δημόσιο χώρο της εποχής: «Δεν αμαυρώσαμε την τουρκικότητα μας. Αποδείξαμε ότι ήμασταν άξια τέκνα των προγόνων μας. Όλοι οι Τουρκοκύπριοι από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, οι Λευκωσιάτες, οι Λαρνακιώτες, οι Λεμεσιανοί, οι Παφίτες, οι Αμμοχωστιανοί, Τούρκοι από όλο το νησί χωρίς εξαίρεση, ακόμα και από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές που υπήρχε μικρός τουρκικός πληθυσμός, υπερασπίστηκαν γενναία τον εαυτό τους απέναντι στις ορδές του εχθρού… Εμείς οι Κύπριοι στο παρελθόν ήμασταν περήφανοι για την τουρκικότητα μας και λέγαμε ‘τι ευτυχία σε αυτόν που λέει ότι είναι Τούρκος’. Όμως τώρα είμαστε περήφανοι τόσο επειδή είμαστε Τούρκοι, όσο και επειδή είμαστε Κύπριοι. Από τούδε και στο εξής θα κομπάζουμε λέγοντας ‘τι ευτυχία σε αυτόν που λέει ότι είναι Τουρκοκύπριος’». Το απόσπασμα αυτό, επαναδημοσιεύθηκε το 1986 ως μέρος της ποιητικής συλλογής του Γιασίν με τίτλο «Κύπρος, η δική μου πατρίδα». Η περιγραφή της έκφρασης της συλλογικής ταυτότητας ενός μεγάλου μέρους των Τουρκοκυπρίων από τον γνωστό ποιητή, είναι πάνω από όλα χαρακτηριστική των διακυμάνσεων και αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο η κοινότητα ήθελε να προσδιορίσει τις σχέσεις της με την Τουρκία, αλλά και με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Την ίδια στιγμή, τα γραφόμενα του Γιασίν είναι εκφραστικά μιας διεκδικητικής αφοσίωσης μέρους των Τουρκοκυπρίων με τον κυπριακό χώρο ως πεδίο αντίστασης ενάντια στην ηγεμονική παρουσία του κράτους της Τουρκίας στο νησί. Είναι αυτές ακριβώς οι διεκδικήσεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επανέρχονται συνεχώς, κάποτε μαζικά, δυναμικά και δημόσια, κάποτε με μορφές παθητικής αντίστασης. Τα συγκεκριμένα άλλοτε φανερά και ξεκάθαρα, άλλοτε υπόγεια ρεύματα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα αποτελούν ένα σύνολο διαφορετικών οργανωμένων φωνών με μία κοινή συνισταμένη. Προέρχονται από σύνολα με διαφορετικές ιδεολογικές, πολιτικές και κομματικές προτιμήσεις, όμως συνενώνονται στη διαχρονική τους αντιπολίτευση ενάντια στη θέση περί Διχοτόμησης/Ταξίμ. Σήμερα η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση ενάντια στο παραδοσιακό πρόγραμμα της διχοτόμησης, εκφράζεται ξανά σε διαφορετικό πλαίσιο και οργανωμένη κυρίως στη νεοϊδρυθείσα πλατφόρμα «Λύση και Ειρήνη».

Ενδοσκόπηση της νέας πλατφόρμας της αντιπολίτευσης

Η πλατφόρμα «Λύσης και Ειρήνης» ανακοίνωσε την ίδρυση της στις 12 Οκτωβρίου 2016 ως αποτέλεσμα της συνεργασίας 33 οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Μέχρι και τις 19 Οκτωβρίου, ο αριθμός των οργανώσεων που συμμετέχουν στην πλατφόρμα έφτασε τις 44, ένδειξη της κινητικότητας που υπάρχει γύρω από τις διεργασίες του Κυπριακού προβλήματος. Η ιδρυτική διακήρυξη της πλατφόρμας αποτελείται από πέντε σημεία πολιτικής, ιδιαίτερα σημαντικά για τη σημερινή συγκυρία. Οι συμμαχία των οργανώσεων υπογραμμίζει την αφοσίωση της στην προσπάθεια εξεύρεσης μιας λύσης «διζωνικής, δικοινοτικής Ομοσπονδίας βασισμένης στην πολιτική ισότητα, με μία διεθνή προσωπικότητα». Τονίζει την ανάγκη ενθάρρυνσης των δύο ηγετών για να προχωρήσουν σε βήματα προς την κατεύθυνση της συγκεκριμένης μορφής λύσης και υποδεικνύει την αναγκαιότητα μαζικότερης οργάνωσης όλων των οργανώσεων και ξεχωριστών ατόμων που στηρίζουν την προσπάθεια για λύση και ειρήνη στην Κύπρο. Η διακήρυξη της πλατφόρμας εκφράζει τη βούληση των οργανωμένων συνόλων για προσπάθεια έγκρισης σχεδίου λύσης σε πιθανό δημοψήφισμα και καλεί σε συνεργασία και συντονισμό παρόμοιων πρωτοβουλιών από την Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Τέλος, η διακήρυξη θέτει το ζήτημα της αναγκαιότητας υπεράσπισης της λύσης από πλατιά στρώματα των δύο κοινοτήτων, καθώς και την αναγκαιότητα καλλιέργειας κουλτούρας «κοινής και ειρηνικής ζωής στην ενωμένη Κύπρο».

Το ενδιαφέρον από την ίδρυση της συγκεκριμένης πλατφόρμας ενισχύεται από την οργανωτική σύνθεση των μελών της. Σε αυτό το νέο πλαίσιο συμμετέχουν συντεχνίες δασκάλων και δημόσιων υπαλλήλων, συντεχνίες γιατρών, εργαζομένων στους δήμους, στην αρχή ηλεκτρισμού, επιμελητήρια αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών, συντεχνίες ακαδημαϊκών, η ένωση Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων, η ένωση καλλιτεχνών και συγγραφέων, αλλά και οργανώσεις Κούρδων και Αλεβιτών. Από τις τελευταίες ξεχωρίζουν ιδιαίτερα ο Πολιτιστικός Σύνδεσμος Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ανατολίας και ο Πολιτιστικός Σύνδεσμος Pir Sultan Abdal. Η αρχική απουσία πολιτικών κομμάτων που υιοθετούν την ομοσπονδιακή επίλυση του Κυπριακού, είναι χαρακτηριστική της ευρύτερης απαξίωσης του κομματικού συστήματος αλλά και της αδυναμίας άμεσης κινητοποίησης προς την προοπτική λύσης ιδιαίτερα από τα μεγάλα κόμματα της κεντροαριστεράς. Ωστόσο είναι γεγονός ότι η «απουσία» των συγκεκριμένων κομμάτων δε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια μόνιμη κατάσταση, αφού είναι ανοιχτή στις δυναμικές των επόμενων κρίσιμων εξελίξεων στο τραπέζι του διαλόγου για επίλυση του Κυπριακού.

Όμως από τις συμμετοχές στην πλατφόρμα «Λύσης και Ειρήνης», προκύπτουν ακόμα δύο σημαντικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, τα οποία επαναφέρουν στην επικαιρότητα τις παραδόσεις της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, αλλά και τον εμπλουτισμό τους με σχετικά νέες κοινωνικές δυναμικές. Το πρώτο κοινωνικό χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει από τις συμμετοχές στην πλατφόρμα είναι η επανάληψη της παρουσίας της βασικής μάζας της κοινότητας που βρέθηκε σε θέση αντιπαράθεσης με το πρόγραμμα της Διχοτόμησης ήδη μερικά χρόνια πριν την εισβολή της Τουρκίας. Αυτή η «μόνιμη αντιπαράθεση» φυσικά δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή με στατικό τρόπο, αλλά ως μια δυναμική διαδικασία με διαβαθμίσεις. Αυτή η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση που σε συγκεκριμένες συγκυρίες μαζικοποιείται και σε άλλες υποχωρεί, ξεφεύγει από τα κλασσικά όρια του κομματικού συστήματος. Διευρύνεται μέσα από συνδικαλιστικές οργανώσεις και μέσα από οργανώσεις της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτικών. Το σύνολο αυτών των οργανώσεων και στο πρόσφατο παράδειγμα της νεοϊδρυθείσας πλατφόρμας, εκφράζει την αντιπολιτευτική διάθεση μερών της Τουρκοκυπριακής κοινωνίας που είναι συγκεντρωμένα κυρίως στο δημόσιο τομέα, στα ελεύθερα επαγγέλματα, στα επαγγέλματα που συνδέονται περισσότερο με τον τομέα των υπηρεσιών, αλλά και σε μερίδες της τουρκοκυπριακής επιχειρηματικής ελίτ. Επομένως η πλατφόρμα «Λύσης και Ειρήνης» δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την παρουσία γνωστών αριστερών συνόλων, αλλά διευρύνεται σχεδόν σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση με πυκνή τουρκοκυπριακή παρουσία.

Διεργασίες ανάμεσα σε έποικους

Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού προφίλ της πλατφόρμας είναι η παρουσία οργανωμένων συνόλων που δημιούργησαν συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού που έφτασαν από την Τουρκία στην Κύπρο. Είτε ως αποτέλεσμα της κρατικής πολιτικής εποικισμού την περίοδο 1975-1980, είτε αργότερα μέσα από την εμφάνιση μεταναστευτικών κυμάτων, μια ομάδα κυρίως κουρδικού και αλεβίτικου πληθυσμού τοποθετείται πλέον ανοιχτά ενάντια στην οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επικυριαρχία που επιδιώκει να οικοδομήσει η Άγκυρα. Για τις συγκεκριμένες οργανώσεις των Κούρδων και των Αλεβιτών, η προοπτική λύσης του Κυπριακού προβλήματος αποτελεί μια ευκαιρία απομάκρυνσης από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του τουρκικού κράτους, αλλά και μια ευκαιρία ομαλοποίησης των σχέσεων τους με ένα νέο τουρκοκυπριακό πολιτικό σύστημα. Τα συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού αντιμετώπισαν τα βόρεια εδάφη της Κύπρο ως ένα χώρο «εξορίας» και ταυτόχρονα ως ένα χώρο «προσωρινής σωτηρίας» από την πολιτική πίεση που επικρατούσε στην Τουρκία. Η ελπίδα για μια διευθέτηση του Κυπριακού, λοιπόν, φαντάζει και ως μια εγγύηση ότι θα θέσουν μόνιμες αποστάσεις από μια χώρα που τουλάχιστον στο Κουρδικό πρόβλημα μετατρέπεται εκ νέου σε μια «εμπόλεμη ζώνη».

Το βασικό συμπέρασμα από το κοινωνικό προφίλ της πλατφόρμας «Λύση και Ειρήνη», είναι η ανανέωση της οργανωτικής και πολιτικής έκφρασης της βασικής εκείνης συνιστώσας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία τουλάχιστον στα χρόνια που ακολούθησαν την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκφράζει αντίθετους προς την ηγεμονία του εθνικισμού πολιτικούς προσανατολισμούς. Την ίδια στιγμή, η αποσύνθεση του προγράμματος για χωριστή κρατική οικοδόμηση στην Κύπρο όπως βιώθηκε από ένα κομμάτι της τουρκοκυπριακής κοινότητας μετά το 1974, σήμερα αγγίζει μέρη του πληθυσμού από την Τουρκία και επηρεάζει την καθημερινή τους ζωή. Βεβαίως θα πρέπει να σημειωθεί ότι έστω και αν η πλατφόρμα εκφράζει τη συνέχεια των αντιπολιτευτικών παραδόσεων από παλιά, εντούτοις είναι αλήθεια ότι στις σημερινές συγκυρίες το τουρκοκυπριακό κίνημα υπέρ της λύσης είναι αντιμέτωπο με κάποιες νέες τάσεις. Η έκφραση πολιτικής συγκράτησης σε σχέση με την επιτυχή κατάληξη των συνομιλιών, ο φόβος μιας δεύτερης αποτυχίας σε πιθανό δημοψήφισμα, αλλά και η μερική διαφοροποίηση ανησυχιών που αγγίζουν ζητήματα περιουσιακού και εδαφικού, είναι φαινόμενα που αφαιρούν μέρος της μαζικότητας και του δυναμισμού που παρατηρήθηκε την περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μέχρι και τα δημοψηφίσματα του 2004.

Η ιστορικότητα της κυπριακής πτυχής της κοινοτικής ταυτότητας

Πέραν των δυσκολιών που καταγράφονται στη σημερινή συγκυρία, είναι αλήθεια ότι η ίδρυση της πλατφόρμας «Λύση και Επανένωση» αποτελεί μια προσπάθεια οργανωμένης καταγραφής της αγωνίας για «κοινοτική εξαφάνιση» σε περίπτωση κατάρρευσης της διαδικασίας των συνομιλιών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Είναι με άλλα λόγια μια επανάληψη ενός παλιότερου ανταγωνισμού, ο οποίος στο δημόσιο χώρο εκφράστηκε με την αντιπαράθεση μεταξύ του τουρκικού εθνικισμού και των εκπροσώπων του στην Κύπρο εναντίον της έκφρασης των ιδιαίτερων κυπριακών χαρακτηριστικών της κοινότητας από ένα μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης στα χρόνια που ακολούθησαν την εισβολή.

Ο εδαφικός διαχωρισμός του 1974, έγινε δεκτός από ένα μεγάλο μέρος της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με σχετική ανακούφιση. Μια ανακούφιση που προέκυπτε κυρίως από την προσδοκία οριστικής κατάργησης των συνθηκών πολιορκίας των θυλάκων που βίωσαν οι Τουρκοκύπριοι για περίπου μια δεκαετία. όμως για την εθνικιστική ελίτ, η στρατιωτική εισβολή ήταν περίπου το «τέλος της Ιστορίας». Ήταν η δικαίωση της ιστορικής θέσης για Διχοτόμηση και η ευκαιρία για τη συγκρότηση μιας νέας κατάστασης πραγμάτων από την οποία δε θα έπρεπε να υπάρξει καμιά απολύτως υποχώρηση. «Ότι κατακτήθηκε με αίμα, δεν παραδίδεται με υπογραφές» συνήθιζε να τονίζει με το χαρακτηριστικό του ύφος ο Ραούφ Ντενκτάς. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο διχοτομημένος γεωγραφικός χώρος που προέκυψε, αποτελούσε για τον τουρκικό εθνικισμό το χώρο δημιουργίας μιας «νέας τουρκοκυπριακής πατρίδας». Στο συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο, η Κύπρος θα έπρεπε να αντικατοπτρίζεται μόνο στη «μισή Κύπρο». Οτιδήποτε υπήρχε πέραν αυτής θα έπρεπε να «απαγορευτεί» και να ποινικοποιηθεί με πολιτικούς όρους. Με λίγα λόγια οι Τουρκοκύπριοι θα έπρεπε να θάψουν τις μνήμες τις υπόλοιπης Κύπρου, θα έπρεπε να εξαφανίσουν τη νοσταλγία και θα έπρεπε να αποκηρύξουν κάθε έννοια της «ολικής πατρίδας». Όλα τότε χτίζονταν με τρόπο που το διχοτομικό καθεστώς πραγμάτων να θυμίζει μια «νέα μονιμότητα».

Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό περιβάλλον, η έννοια της κυπριακής συνείδησης, η κυπριακότητα των Τουρκοκυπρίων, ήταν όροι που δε θα μπορούσαν και δε θα έπρεπε να εκφράζουν τη συλλογική ταυτότητα. Σύμφωνα με τον τουρκικό εθνικισμό, η κυπριακή πολιτιστική ταυτότητα ούτε μπορούσε, αλλά ούτε και έπρεπε να ορίζει τους «Τούρκους της Κύπρου». Κάποτε ο Ντενκτάς απαντούσε στο συγκεκριμένο δίλημμα λέγοντας πως «εάν εξαπατηθούμε και αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ότι είμαστε Κύπριοι, τότε θα βράζουμε στην κατσαρόλα των Ελληνοκυπρίων». Με αυτό τον τρόπο, ο τότε Τουρκοκύπριος ηγέτης προσπαθούσε να ντύσει την εδαφική διχοτόμηση με μια αντίστοιχη ιδεολογική απαξίωση όσων Τουρκοκυπρίων επέμεναν να επαναφέρουν την κυπριακή πτυχή της κοινοτικής ταυτότητας ως εργαλείο έκφρασης ενός διαφορετικού πολιτικού οράματος για το καθεστώς ολόκληρης της Κύπρου.

Όμως πολύ σύντομα μετά την αρχική προσπάθεια για να ντυθεί η διχοτομική κατάσταση πραγμάτων με μια αίσθηση μονιμότητας, αποδείχτηκε ότι ο σχεδιασμός θα αντιμετώπιζε ισχυρές αντιδράσεις. Η «νέα πατρίδα» των Τουρκοκυπρίων, δεν ήταν έννοια πειστική, δε συμπεριλάμβανε δομές βιώσιμες. Αντίθετα χαρακτηριζόταν κυρίως από την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική αποξένωση της κοινότητας. Οι νέοι και ειδικά αυτοί που γεννήθηκαν μετά το 1974, σταδιακά συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν πολλές επιλογές πέραν της μετανάστευσης. Όσοι δεν εντάσσονταν στο δίκτυο των πελατειακών σχέσεων του κατοχικού καθεστώτος, ουσιαστικά δεν είχαν καμιά ευκαιρία ομαλής διαβίωσης. Πολιτικά και οικονομικά, βρίσκονταν στο περιθώριο. Τελικά αυτή η φαινομενικά αργή διαδικασία αμφισβήτησης των δομών της κατοχής, έφτασε στα επίπεδα της κοινωνικής έκρηξης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία μεγάλες μερίδες της Τουρκοκυπριακής κοινότητας μπόρεσαν να εκφράσουν δημόσια και οργανωμένα, όλα εκείνα που συνειδητοποίησαν μόλις λίγα χρόνια μετά την εισβολή: Ούτε χωριστό κράτος μπόρεσαν να έχουν, ούτε δημοκρατία, αλλά ούτε και διασφάλιση της πολιτικής τους ισότητας. Οι δυναμικές της εποχής που συνέπεσαν χρονικά με την έναρξη συζητήσεων, οι οποίες θα οδηγούσαν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο λύσης για έγκριση ή απόρριψη σε δημοψηφίσματα, γέννησαν την πλατφόρμα «Αυτή η χώρα είναι δική μας». Μια από τις μαζικότερες κοινοτικές πρωτοβουλίες της περιόδου μετά το 1974, πάνω στην οποία ουσιαστικά στηρίχθηκε το μεγαλύτερο μέρος του «ναι» των Τουρκοκυπρίων το 2004.

Η σημερινή κατάσταση και η νέα πλατφόρμα

Στις σημερινές συγκυρίες, οι Τουρκοκύπριοι βιώνουν και πάλι μια παρόμοια «αποσύνθεση» της ιδέας για Διχοτόμηση. Αυτή τη φορά η γενικευμένη κρίση εκφράζεται διαμέσου του μετασχηματισμού που επιδιώκει η εξουσία Έρντογαν και του συνδυασμού της επιβολής του νεοφιλελευθερισμού και του Ισλάμ. Απέναντι στην οικονομική και πολιτική «μονοκρατορία» της Άγκυρας, η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση μέσα από την πλατφόρμα «Λύση και Επανένωση» θα προτάξει το ομολογουμένως ανθεκτικό πολιτισμικό της κεφάλαιο. Δηλαδή την κυπριακή της ταυτότητα. Η ολοκλήρωση όμως αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί παρά να συνδυάζεται με θετικές εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις. Σε αντίθετη περίπτωση δε θα έχει αντοχές στο χρόνο και την πίεση που προκαλεί το πέρασμά του.

 

Νίκος Μούδουρος

Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 30 Οκτωβρίου 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s