Ξανά το Κουρδικό…

2014

Η επιλογή ποινικοποίησης του κουρδικού κινήματος εντός Τουρκίας και οι πιθανές συνέπειες

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2016 η κυβέρνηση της Τουρκίας ανακοίνωσε το κυβερνητικό διάταγμα υπ’ αριθμόν 673 του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, με το οποίο αποφασίστηκε ο διορισμός κρατικών επιτρόπων σε δήμους «που εμπλέκονται στη στήριξη της τρομοκρατίας». Στη βάση του συγκεκριμένου διατάγματος, μετά από απόφαση του κυβερνήτη μιας περιοχής, το κράτος θα αφαιρεί τις εξουσίες εκλεγμένων δημοτικών αξιωματούχων, θα διορίζει κρατικό επίτροπο ως επικεφαλής των δημοτικών αρχών και θα δημεύει περιουσιακά στοιχεία τα οποία υποτίθεται ότι λειτουργούσαν προς την ενίσχυση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων. Η απόφαση είναι ξεκάθαρη. Οι δήμοι που κατηγορούνται για ενίσχυση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων είναι εκείνοι στους οποίους ηγούνται οι Κούρδοι. Επομένως το κυβερνητικό διάταγμα διαθέτει ένα συγκεκριμένο υπόβαθρο που δεν είναι άλλο από την επιδίωξη σταδιακής ποινικοποίησης και πολιτικής περιθωριοποίησης σχεδόν όλων των νόμιμων εκφράσεων του κουρδικού κινήματος που κινείται στην «περιφέρεια» του ΡΚΚ.

Η επιλογή ποινικοποίησης της κουρδικής πολιτικής βούλησης

Υπενθυμίζεται ότι η νομοθεσία για διορισμό κρατικών επιτρόπων σε δήμους, ήταν βασική θέση του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), η οποία όμως τελικά λίγο πριν τις καλοκαιρινές διακοπές της Εθνοσυνέλευσης αποσύρθηκε ως μια ένδειξη ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης στο μεταπραξικοπηματικό περιβάλλον. Όμως το πρόσφατο κυβερνητικό διάταγμα, αυτός ο νέος τρόπος διακυβέρνησης της Τουρκίας μετά την τραγική νύχτα της 15ης Ιουλίου 2016, ήρθε για να αμφισβητήσει ολοκληρωτικά την όποια προσπάθεια εξεύρεσης συναινέσεων από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΑΚΡ. Με λίγα λόγια έθεσε με επιτακτικό τρόπο τη βασική γραμμή αντιμετώπισης του κουρδικού πολιτικού κινήματος από τον Έρντογαν: Καταστολή της νόμιμης πολιτικής δράσης ως συνέχεια της προσπάθειας για στρατιωτική ήττα του ΡΚΚ, τουλάχιστον εντός Τουρκίας.

Σε ένα περιβάλλον πόλωσης και συγκρουσιακών σχέσεων που χαρακτηρίζει την Τουρκία τα τελευταία χρόνια, η «είδηση» περί πρόθεσης διορισμού κρατικών επιτρόπων και κατάργησης της πολιτικής βούλησης του κυριότερου κουρδικού κινήματος εντός της χώρας, περνά ως μια «συνηθισμένη και αναμενόμενη» αντίδραση της κυρίαρχης εξουσίας. Το ξεπέρασμα της επιφανειακής προσέγγισης όμως δείχνει ότι το συγκεκριμένο κυβερνητικό διάταγμα εάν εφαρμοστεί, φέρει μαζί του προοπτικές κλιμάκωσης της κρίσης στο Κουρδικό. Ιδιαίτερα εάν ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στα βόρεια της Συρίας με την ξεκάθαρη πλέον «κουρδική άνοιξη» της ενίσχυσης αυτόνομης εξουσίας, η σημασία που έχει η καθιέρωση των Κούρδων στην τοπική αυτοδιοίκηση των νοτιοανατολικών περιοχών της Τουρκίας, αλλά και η πρόσφατη άρση της βουλευτικής ασυλίας σχεδόν ολόκληρης της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών. Τι μπορεί να συμβεί λοιπόν στην περίπτωση που το κράτος προχωρήσει στο διορισμό επιτρόπων στη θέση των εκλεγμένων τοπικών αξιωματούχων; Ποιες είναι οι κοινωνικές δυνάμεις που απελευθερώνονται και ποιες οι πιθανές συνέπειες; Για να απαντηθούν κάπως ολοκληρωμένα τα ερωτήματα αυτά, θα πρέπει προηγουμένως να κατανοηθούν οι βαθύτεροι μετασχηματισμοί του ισχυρότερου κουρδικού πολιτικού κινήματος εντός Τουρκίας, μια διαδικασία που συνεχίζεται τα τελευταία ίσως είκοσι χρόνια.

Δυναμικές διαδικασίες ισχυροποίησης της κουρδικής εξουσίας

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, στην Τουρκία καταγράφηκαν ορισμένες σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές που ευνόησαν τη σχετική αποκλιμάκωση της κρίσης στο Κουρδικό και μείωσαν αισθητά τις ένοπλες συγκρούσεις. Το Κουρδικό πρόβλημα εκείνη την περίοδο βρέθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο μεταφοράς της συζήτησης στη δημόσια σφαίρα. Οι κυριότερες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές προήλθαν:

1) Από τη σύλληψη του Οτζαλάν και τη συνειδητή απόφαση του ΡΚΚ για αλλαγές στη δομή και στις μορφές δράσης του. Παρά τις εκτιμήσεις της εποχής, η φυλάκιση του ιστορικού Κούρδου ηγέτη και η ιδεολογική-οργανωτική μετακίνηση του ΡΚΚ δεν έφεραν την αποδυνάμωση της οργάνωσης. Αντίθετα οι συγκυρίες ήταν τέτοιες που σε συνδυασμό με την προσαρμοστικότητα του αντάρτικου μετέτρεψαν σήμερα το ΡΚΚ σε μια οργάνωση περιφερειακών διαστάσεων και επιρροής.

2) Από την μαζική αστικοποίηση ενός πολύ μεγάλου μέρους του κουρδικού πληθυσμού, ο οποίος εγκατέλειπε την ύπαιθρο για να μετακινηθεί στις πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας και όχι μόνο. Η αλλαγή στη δομή και την εγκατάσταση του κουρδικού πληθυσμού πραγματοποιήθηκε είτε λόγω βίαιου εξαναγκασμού και προσφυγοποίησης από τις επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού, είτε λόγω των ευρύτερων οικονομικών αλλαγών και της φτωχοποίησης.

3) Από τη διαδικασία ωρίμανσης αυτόνομων μορφών κουρδικής εξουσίας και από την έντονη μαζικοποίηση των κουρδικών οργανώσεων σε όλα τα επίπεδα. Αυτή ήταν και η περίοδος ισχυροποίησης των Κούρδων στην τοπική αυτοδιοίκηση, της δημιουργίας ενός τεράστιου δικτύου νόμιμων οργανώσεων και πολιτικών κομμάτων, αλλά και της σχετικής χαλάρωσης των δικαστικών διώξεων ενάντια στο οργανωμένο κουρδικό κίνημα, κυρίως λόγω των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ε.Ε. Μια σύντομη καταγραφή της πολιτικής επιρροής που απέκτησαν οι διάφορες κομματικές εκφράσεις του κινήματος υπό τον Αμπνουλλάχ Οτζαλάν στην τοπική αυτοδιοίκηση τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια, ομολογεί την ύπαρξη μιας εναλλακτικής ηγεμονίας απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι τρεις μητροπολιτικοί δήμοι των κουρδικών περιοχών. Στην πόλη Ντιγιάρμπακιρ στις δημοτικές εκλογές από το 1991 μέχρι και το 2014 το κυριότερο κουρδικό κόμμα κινείται σε ποσοστά μεταξύ 45% και 60%. Στην πόλη Μάρντιν την ίδια περίοδο στις ίδιες εκλογές, τα ποσοστά βρίσκονται σταθερά πάνω από το 55%. Στην πόλη Βαν, το 1991 τα ποσοστά του κουρδικού κόμματος ξεκίνησαν από το 20% και το 2014 ξεπέρασαν το 50%. Στο δήμο της Σίρνακ το κουρδικό κίνημα κερδίζει ποσοστό άνω του 60% από το 2009 και μετά, ενώ στην πόλη Χακκιάρι σκαρφάλωσε πάνω από 70% στις δημοτικές εκλογές του 2014. Με λίγα λόγια, δεκάδες είναι τα παραδείγματα της κατακόρυφης ανόδου της πολιτικής επιρροής των Κούρδων τα τελευταία χρόνια. Αποκορύφωμα αυτής της δυναμικής δεκαετιών ήταν η σημαντικότερη επιτυχία που σημειώθηκε με την είσοδο του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών στην Εθνοσυνέλευση στις γενικές εκλογές του Ιουνίου 2015 με ποσοστό 13%.

Η ριζοσπαστικοποίηση και μαζικοποίηση του κουρδικού κινήματος ήταν διαδικασίες που τράφηκαν επιπλέον και από τις εξελίξεις στον κοντινό περίγυρο της Τουρκίας. Η εμφάνιση της αυτόνομης διοίκησης της Ροζιάβα στα βόρεια της Συρίας, η μετατροπή της αντίστασης στην πόλη Κομπάνε σε ένα άλλο «εθνικό κουρδικό κέντρο», καθώς και οι δοκιμές αυτοδιοίκησης και συγκρότησης αυτοδιαχειριζόμενων πόλεων εντός Τουρκίας τον τελευταίο χρόνο, είναι ισχυρές ενδείξεις μιας ανανεωμένης έκφρασης και μετασχηματισμού τόσο των ίδιων των κουρδικών διεκδικήσεων, όσο και των μορφών έκφρασης τους. Η σχετική αντοχή της κουρδικής διοίκησης του Βορείου Ιράκ, παρόλο που διακρίνεται σαφώς από διαφορετικές ιδεολογικές παραμέτρους σε σχέση με το κίνημα του Οτζαλάν, δεν παύει από του να συμβολίζει ένα ακόμα αυτόνομο κουρδικό κέντρο εξουσίας και επομένως μια πηγή καλλιέργειας αντίστοιχων συνειδήσεων. Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, η απόφαση για διορισμό κρατικών επιτρόπων σε δήμους κουρδικής πολιτικής και πληθυσμιακής πλειοψηφίας εντός Τουρκίας, αλλά και η προηγούμενη με την οποία έχει αρθεί η βουλευτική ασυλία, μοιάζουν σαν επιλογές μιας άλλης εποχής. Ο αναχρονισμός που δείχνει σε αυτή την περίπτωση η εξουσία Έρντογαν δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις ούτε στα κουρδικά αιτήματα, αλλά ούτε και στις περιφερειακές εξελίξεις. Αντίθετα φαίνεται ότι ανατροφοδοτεί όλες τις δυναμικές του ριζοσπαστισμού των Κούρδων από τη λεγόμενη αραβική άνοιξη και μετά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί στην αναπαραγωγή ενός είδους «κουρδικής εθνικής ομοφωνίας».

Ποια τα χαρακτηριστικά της «εθνικής ομοφωνίας» των Κούρδων;

Έστω και αν ακόμα υπάρχουν ερωτήματα σε σχέση με τους τελικούς στόχους διαφορετικών ιδεολογικό-πολιτικών ρευμάτων και οργανώσεων ανάμεσα στον κουρδικό πληθυσμό της Τουρκίας, είναι γεγονός ότι με το πέρασμα των χρόνων έχει σχηματιστεί μια σχετική «εθνική ομοφωνία» σε κάποια τουλάχιστον αιτήματα και διεκδικήσεις. Η κουρδική συναίνεση που καταγράφεται συμπεριλαμβάνει την καθολική άποψη για σύντομη λύση του Κουρδικού προβλήματος με τρόπο που να καθιερώνει την ενίσχυση της τοπικής κουρδικής εξουσίας και τη δημιουργία μηχανισμών τέτοιων που να συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της κουρδικής κουλτούρας και τη μεταφορά της κουρδικής ταυτότητας στις επόμενες γενιές.

Το ζήτημα της ενίσχυσης της αυτόνομης κουρδικής εξουσίας έχει στρατηγική σημασία. Ανάμεσα στον πολιτικό χάρτη των Κούρδων παρουσιάζονται διαφοροποιήσεις. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια εξαιρετικά πλούσια συζήτηση που ποικίλει αναφορικά με την ανάγκη περισσότερης αυτονομίας σε δημοτικό-τοπικό επίπεδο, στη διεκδίκηση αυτονομίας περιοχών-περιφερειών, στη διεκδίκηση αυτονομίας μιας συγκεκριμένης κουρδικής περιοχής, μέχρι και στην ομοσπονδιοποίηση της Τουρκίας. Το στοιχείο εκείνο όμως που εμφανίζεται και σταδιακά ενδυναμώνεται ως μια ενοποιητική γραμμή των διαφορετικών κουρδικών προσεγγίσεων, είναι η ανάγκη για διασφάλιση της αυτονομίας στη διαχείριση κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών ζητημάτων, μια εξέλιξη που σύμφωνα με το κυρίαρχο σκεπτικό, θα προκύψει μέσα από το διαμοιρασμό της εξουσίας με την Άγκυρα.

Φυσικά η διαδικασία εμφάνισης και καθιέρωσης των λεγόμενων κόκκινων γραμμών των Κούρδων εντός Τουρκίας, δεν είναι στατική. Αντίθετα θα πρέπει να γίνει κατανοητή στη δυναμική της προοπτική, αφού επηρεάζεται καθοριστικά από τις εξελίξεις εντός της χώρας, της κοινωνικές αλλαγές, αλλά και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις σε μια μεγάλη περιοχή γενικής ρευστότητας, κρίσης και αποσταθεροποίησης. Στη σημερινή συγκυρία η διάγνωση και ανάλυση των «αδιαπραγμάτευτων» διεκδικήσεων των Κούρδων μπορεί να είναι σχετικά εύκολη μέσα όμως από την περιπλοκότητα των περιφερειακών εξελίξεων. Η πορεία των συγκεκριμένων διεκδικήσεων επηρεάζεται σαφώς από το τι συμβαίνει ιδιαίτερα στο Ιράκ και στη Συρία. Επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη θέση και την επιρροή του ΡΚΚ στις δύο αυτές χώρες, αλλά και από τη θέση που έχουν οι διαφορετικοί εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες απέναντι στην ισχυροποίηση του συγκεκριμένου κινήματος. Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση που τυγχάνει το ΡΚΚ στα εδάφη του βορείου Ιράκ από την επίσης κουρδική εξουσία Μπαρζανί, από την πολιτική που ακολουθεί η τουρκική κυβέρνηση. Διαφορετική είναι η εξουσιαστική επιρροή της οργάνωσης στη βόρεια Συρία, αλλά και οι σχέσεις της με διεθνείς παράγοντες, από την επιρροή που μπορεί να ασκήσει στο εσωτερικό της Τουρκίας. Όμως είναι δεδομένο, ότι οι σημερινές κουρδικές πολιτικές διεκδικήσεις εμπνέονται από την ώριμη πλέον ιδέα (αλλά και πράξη) μιας διευρυμένης αυτονομίας και ενός διαφορετικού παραδείγματος διακυβέρνησης σχεδόν για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Συνεπώς δε θα πρέπει να αποτελέσει έκπληξη εάν σε συνθήκες συνέχισης των αδιεξόδων και της ένοπλης σύγκρουσης στο Κουρδικό, μετά από κάποια χρόνια οι προαναφερθείσες κουρδικές «κόκκινες γραμμές» παρουσιαστούν πλέον και ως οι «ελάχιστες διεκδικήσεις».

Η παραγωγή αδιεξόδων από την πολιτική Έρντογαν:

Έχοντας λοιπόν υπόψη το βαθμό και την ποιότητα του κουρδικού ριζοσπαστισμού, αλλά και των επιτυχιών στην οικοδόμηση διαφορετικών μορφών αυτόνομης εξουσίας, η επιλογή άρσης της βούλησης ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού, είναι επιλογή που αφήνει ανοιχτή την προοπτική ενός νέου κύματος πόλωσης και αστάθειας. Το τουρκικό κράτος απαντά με καταστολή αλλά και ποινικοποίηση της νόμιμης δράσης της κυριότερης ιδεολογικής φλέβας ανάμεσα στον κουρδικό πληθυσμό. Επιλέγει την άρση της βουλευτικής ασυλίας και την εκδίωξη των δημοτικών αξιωματούχων, σε μια ιστορική συγκυρία που η εκλογική ενίσχυση του κουρδικού κινήματος εδραίωσε την αντίληψη ότι υπάρχουν και άλλες επιλογές επίλυσης του προβλήματος, πέραν της ένοπλης δράσης του ΡΚΚ. Η πρόθεση της κυβέρνησης και του Προέδρου Έρντογαν, έτσι όπως καταγράφεται στο πρόσφατο κυβερνητικό διάταγμα του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, ουσιαστικά περιορίζει το πεδίο των εκλεγμένων, συρρικνώνει τις μορφές τοπικής δημοκρατίας και αμφισβητεί την προοπτική διαμοιρασμού εξουσίας ως ένα από τα συστατικά της επίλυσης του Κουρδικού προβλήματος.

Στην παρούσα συγκυρία, το κράτος δείχνει να προσανατολίζεται περισσότερο στην προώθηση της «σκληρής ισχύος», παρά στην προσπάθεια παραγωγής νέων συναινέσεων ανάμεσα στον κουρδικό πληθυσμό της χώρας. Στοχεύει στο να αποδυναμώσει αισθητά την εναλλακτική και εν πολλής φυγόκεντρη κουρδική εξουσία για να αποκτήσει πλεονέκτημα σε μια μελλοντική διαπραγμάτευση. Όμως η προοπτική περιορισμού, ίσως και ολοκληρωτικού κλεισίματος, των καναλιών νόμιμης, δημόσιας και ειρηνικής πολιτικής κινητοποίησης του κουρδικού κινήματος, αυτή τη φορά θα έχει πολλαπλάσιες συνέπειες. Γιατί σε αντίθεση με την καταστολή που επικράτησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, σήμερα υπάρχουν δυναμικές εξελίξεις τόσο στα βόρεια της Συρίας, όσο και στα βόρεια του Ιράκ. Υπάρχουν νέες εμπειρίες εντός Τουρκίας, αλλά και μια νέα γενιά Κούρδων της οποίας η πολιτική συνειδητοποίηση και ο βαθμός εξοικείωσης με μορφές αυτόνομης εξουσίας είναι πολύ διαφορετική και εντονότερη από κάθε άλλη φορά. Επομένως υπάρχει ζωντανή η πιθανότητα, οι διορισμένοι κρατικοί επίτροποι να δημιουργήσουν περισσότερη ριζοσπαστικοποίηση τη στιγμή που θα επιδιώκουν την πολιτική αποδυνάμωση.

 

 

Νίκος Μούδουρος

Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s