Από την «ασφάλεια» των στρατηγών στην «ασφάλεια» των πολιτικών

MGK

Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας σε παλαιότερη φωτογραφία. Από DHA.

Μια απόπειρα κατανόησης των αντιλήψεων για τις εγγυήσεις στην Κύπρο

Για πολλούς κύκλους εξουσίας στην Τουρκία, η εισβολή στην Κύπρο ήταν το τελευταίο επεισόδιο μιας σειράς γεγονότων με το οποίο «τέλειωνε» το πολιτικό πρόβλημα του νησιού. Ήταν το σημείο μηδέν από όπου και θα ξεκινούσε μια εντελώς νέα ιστορία. Η αναφορά Ετζεβίτ ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974», δεν ήταν μόνο μια ρητορική έκφραση των θέσεων της Τουρκίας για την επίλυση του προβλήματος, αλλά την ίδια στιγμή ήταν και ένας αντικατοπτρισμός της θέσης που είχε το Κυπριακό και οι πτυχές του στη δημόσια συζήτηση στην Τουρκία. Για την Τουρκία της συγκεκριμένης εποχής, η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα ήταν αποκλειστικά θέμα «εθνικής ασφάλειας». Ως τέτοιο, ήταν παράλληλα ζήτημα υπό την υψηλή εποπτεία του κατεξοχήν θεσμού εξουσίας που καθόριζε το περιεχόμενο της ασφάλειας. Δηλαδή του στρατού. Όμως αυτή η εν πολλής ανιστόρητη αντίληψη, τελικά δεν μπορούσε να καταγράψει την πολυπλοκότητα της παρουσίας στρατευμάτων στην Κύπρο. Μια πολυπλοκότητα, η οποία δεν επηρέαζε μόνο το νησί και τους κατοίκους του, αλλά ήταν καταλυτική και για τις εξελίξεις στην ίδια την Τουρκία.

Με το πέρασμα του χρόνου, η παρουσία στρατού στην Κύπρο και η μετατροπή του Κυπριακού σε ζήτημα αποκλειστικά και μόνο μιας στρατιωτικού τύπου έννοιας της ασφάλειας, ήταν δεδομένα που μετέτρεψαν το πρόβλημα σε πεδίο επηρεασμού των εσωτερικών ισορροπιών ισχύος στην ίδια την Τουρκία. Τα πιο πρόσφατα παραδείγματα της λειτουργικότητας που είχε το Κυπριακό πρόβλημα για την «επίλυση» εσωτερικών αντιπαραθέσεων στην Τουρκία, ήταν η σφοδρή αντίδραση μερίδας της στρατιωτικής ηγεσίας ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης για αποδοχή του Σχεδίου Ανάν, οι σχεδιασμοί για πραξικοπηματική ανατροπή του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) τη διετία 2003-2004 και η ήττα του στρατιωτικού κατεστημένου που ακολούθησε τα αμέσως επόμενα χρόνια. Τα προαναφερθέντα παραδείγματα σε συνδυασμό με τις τελευταίες εξελίξεις σε σχέση με την αποδοχή από πλευράς Άγκυρας της ιδέας για συζήτηση του θέματος των εγγυήσεων στο Κυπριακό, εξαναγκάζουν σε μια πιο προσεκτική αποκωδικοποίηση του πολιτικού λόγου και των θέσεων των τουρκικών ελίτ αναφορικά με την γενικότερη έννοια της ασφάλειας.

Το στρατιωτικό κατεστημένο ως «ο ειδήμονας» για το Κυπριακό:

Για πάρα πολλές δεκαετίες το Κυπριακό πρόβλημα είχε «εγκατασταθεί» στον κεντρικό ιδεολογικό πυρήνα της ασφάλειας του τουρκικού κράτους. Το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου, ιδιαίτερα μετά το 1974, μπορούσε πολύ εύκολα να αναπαράγει τον πολιτικό λόγο και την επιρροή του στρατού σε μια σειρά από εσωτερικά ζητήματα της Τουρκίας, έστω και αν αυτά δεν είχαν ούτε καν έμμεση σχέση με την Κύπρο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Κυπριακό ήταν «αρμοδιότητα» του παλιού στρατιωτικού και του γραφειοκρατικού κατεστημένου της Τουρκίας. Εντασσόταν σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα της γεωστρατηγικής σημασίας για την άμυνα της ίδιας της Τουρκίας και όχι των Τουρκοκυπρίων. Με αυτό τον τρόπο, το ίδιο το Κυπριακό γινόταν παράγοντας που επηρέαζε τόσο τους υπολογισμούς του τουρκικού στρατού, όσο και την κατασκευή απειλών ενάντια στην ίδια την Τουρκία. Η γεωγραφική εγγύτητα της Κύπρου με την Τουρκία, ήταν επιπλέον μια βάση πάνω στην οποία το Κυπριακό μετατρεπόταν σε ένα «εσωτερικό πρόβλημα» της χώρας που άγγιζε πτυχές όπως η εδαφική ακεραιότητα και η ενότητα του κράτους. Σύμφωνα με το προαναφερθέν ιδεολογικό πλέγμα της στρατιωτικής αντίληψης περί της ασφάλειας της Τουρκίας, η Κύπρος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από εχθρικά ή μη έμπιστα κράτη είτε για εισβολή στην Ανατολία, είτε για την περικύκλωση της από τη Μεσόγειο.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1990, η Τουρκία βίωσε μια νέα φάση οικοδόμησης ενός «κράτους εθνικής ασφάλειας» υπό την καθοδήγηση των ανώτατων στρωμάτων του στρατού. Το τουρκικό ΓΕΕΘΑ και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας με πλειοψηφική συμμετοχή στρατιωτικών, αποτελούσαν τότε μια ολοκληρωμένη μορφή προμετωπίδας για τον εγκλωβισμό σχεδόν ολόκληρης της πολιτικής ζωής της χώρας σε στρατιωτικές ερμηνείες και δόγματα. Το Κυπριακό δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η όλη αντιπαράθεση περί του ενιαίου αμυντικού δόγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας, αλλά και η συζήτηση για την έλευση πυραύλων S-300 στην Κύπρο, ήταν μερικά από τα παραδείγματα που χρησιμοποίησε ο στρατός για να αναπαράγει το ρόλο του στον καθορισμό του τι είναι η εθνική ασφάλεια. Αυτά τα θέματα μετατράπηκαν σε μια πιο σύγχρονη ιδεολογική βάση επέκτασης της αντίληψης ότι η Τουρκία «κινδυνεύει από την εχθρική περικύκλωση».

Το άμεσο αποτέλεσμα της πιο πάνω διαδικασίας ήταν ότι το Κυπριακό ως πρόβλημα, δεν αποτελούσε εύκολα κομμάτι μιας υγιούς αντιπαράθεσης θέσεων εντός Τουρκίας. Αντίθετα, η οποιαδήποτε απόπειρα να συζητηθεί το θέμα της παρουσίας τουρκικών στρατευμάτων πέραν των συνόρων της χώρας ήταν περίπου «εθνική προδοσία». Το ζήτημα των εγγυήσεων, μπορούσε να συζητείται μόνο ως θέμα επαναβεβαίωσης του στάτους του στρατού. Μπορούσε ακόμα να συζητείται μόνο όταν η στρατιωτική ιεραρχία επιθυμούσε να παρέμβει στις πολιτικές ισορροπίες και να τις αλλάξει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επικράτησε μια συγκεκριμένη εξουσιαστική κυριαρχία που μπορούσε να επηρεάζει γενικά τον ανταγωνισμό εξουσίας προς όφελος του στρατού και των πολιτικών κύκλων που ήταν εξαρτημένοι από αυτόν.

Οι ρωγμές των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών:

Όμως η δεκαετία του 1990 πέραν από μια περίοδο ανανεωμένης πολιτικής παρεμβατικότητας του στρατού, ήταν και μια εποχή πολύ έντονων κοινωνικών μετατοπίσεων στην Τουρκία. Οι παλιές ισορροπίες που συνέβαλαν στην ηγεμονική παρουσία του στρατού και στην εμπλοκή του στην καπιταλιστική ανάπτυξη της Τουρκίας, άρχισαν να καταγράφουν ρωγμές. Μέσα σε ένα πολύπλοκο περιβάλλον συνεχών κρίσεων, αστάθειας και αυταρχισμού, τη δεκαετία του 1990 η κοινωνία της Τουρκίας γνωρίστηκε με την ενδυνάμωση δύο συγκεκριμένων πόλων που έκαναν την εμφάνισή τους μέσα από τα ρήγματα της αμφισβήτησης της στρατιωτικής ηγεμονίας. Έτσι μέχρι και τις απαρχές του 21ου αιώνα δημιουργήθηκε το εξής πλαίσιο: Από τη μια πλευρά αναδύθηκε μια ευρύτερη συμμαχία αριστερών, φιλελεύθερων και φιλοκουρδικών δυνάμεων που επιζητούσε την ειρηνική επίλυση του Κουρδικού μέσα από ένα γενικότερο πλαίσιο εκδημοκρατισμού της Τουρκίας. Από την άλλη, η παλιά κοσμική επιχειρηματική ελίτ της Τουρκίας, πιο ώριμη και οργανωμένη από ποτέ, κατανόησε τη σημασία επιτάχυνσης της ενταξιακής πορείας της χώρας στην Ε.Ε, αλλά και την ανάγκη περιθωριοποίησης του στρατού ως ενός «παράλληλου πολιτικού κόμματος» και μιας «παράλληλης κοινωνικής τάξης». Την ίδια περίπου πίεση εναντίον του στρατού μετέφερε και η παρουσία μιας νέας ισλαμικής αστικής τάξης, η οποία επίσης μέσα από την οικονομική της ενδυνάμωση κατάφερε να φέρει στο δημόσιο χώρο τα δικά της αιτήματα και διεκδικήσεις αναφορικά με τους προσανατολισμούς της Τουρκίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «κράτος εθνικής ασφάλειας» του στρατού μπήκε σε μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Οι διεθνείς και περιφερειακές αλλαγές, σε συνδυασμό με τις οικονομικές ανακατατάξεις εντός Τουρκίας, συνέβαλαν στην ισχυροποίηση παραγόντων που βρίσκονται εκτός στρατιωτικής επιρροής. Παράλληλα όμως, βοήθησαν και στο σπάσιμο του «μονοπωλίου της γνώσης» που είχε η στρατιωτική ελίτ της χώρας. Η νέα οικονομική και πολιτική ελίτ της Τουρκίας που χαρακτηριζόταν και από τα φιλοϊσλαμικά της στρώματα, διεκδίκησε και κατάφερε να επιβάλει τα δικά της οράματα σε σχέση με την εξωτερική πολιτική, την έννοια της εθνικής ασφάλειας και το περιεχόμενο της άμυνας.

Από ένα σημείο και μετά, οι ιδεολογικές μετατοπίσεις στο περιεχόμενο του όρου «εθνική ασφάλεια» και η απονομιμοποίηση της πολιτικής επιρροής του στρατού, αντικατοπτρίστηκαν και στο θεσμικό επίπεδο. Οι πρώτες αξιοσημείωτες αλλαγές έγιναν το 2001 με την αύξηση των πολιτικών μελών του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ) και την εξισορρόπηση των στρατιωτικών. Παράλληλα ενισχύθηκε ο «συμβουλευτικός χαρακτήρας» των αποφάσεων του ΣΕΑ. Αμέσως μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από το ΑΚΡ, άρχισαν πιο ριζικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα του περιορισμού της παρεμβατικότητας του στρατού. Το 2003, το καθήκον παρακολούθησης και συντονισμού των αποφάσεων του ΣΕΑ αφαιρέθηκε από τους στρατιωτικούς και πέρασε στον Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Ο Γενικός Γραμματέας του εν λόγω Συμβουλίου έπαψε να προέρχεται από τους στρατιωτικούς κύκλους, ενώ οι αρμοδιότητες και εξουσίες του συγκεκριμένου πόστου μειώθηκαν δραστικά. Από το 2004 και μετά η νεαρή τότε κυβέρνηση ΑΚΡ προχώρησε επίσης στην αποδέσμευση ενός σημαντικού αριθμού απόστρατων στρατιωτικών που συνέχισαν να απασχολούνται με συμβόλαια στους μηχανισμούς του ΣΕΑ. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να αποσπάσει ένα μεγάλο μέρος του καθορισμού του περιεχομένου της εθνικής ασφάλειας από τα προηγούμενα κεμαλικά όρια και να το θέσει υπό τον δικό της ιδεολογικό έλεγχο. Η δήλωση Έρντογαν στις αρχές του 2004 ότι «το Κυπριακό δεν είναι προσωπική υπόθεση του κυρίου Ντενκτάς», ήταν η επιτομή της επαναφοράς του Κυπριακού στην πολιτική αρένα και όχι στα κλειστά δωμάτια του ΓΕΕΘΑ.

Η αποκεμαλοποίηση της έννοιας της ασφάλειας στο Κυπριακό:

Όλες οι πιο πάνω εξελίξεις είχαν ένα απτό αποτέλεσμα σε σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται την Κύπρο η νέα τουρκική ελίτ. Σύμφωνα με τις αναζητήσεις του ΑΚΡ, η Κύπρος θα πρέπει να αποτελέσει ένα κομμάτι της ευρύτερης πολιτικής της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα, σε αυτό το πλαίσιο, παύουν να είναι «στοιχεία» που αναλύονται μόνο υπό το πρίσμα της στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας, αλλά μετατρέπονται σε άξονες πολιτικής που θα πρέπει να υπηρετούν το γενικότερο στόχο νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού της περιοχής. Το νησί δεν αποτελεί χωριστό κομμάτι της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας που να σχετίζεται με το παραδοσιακό (κεμαλικό) πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας, αλλά αποτελεί ένα από το κομμάτια που συγκροτούν την ολότητα των πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών στόχων που θέλει να εξυπηρετήσει η Τουρκία σε ολόκληρη την περιοχή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πιο πάνω συλλογισμού είναι το εξής: Η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής θέσης, «ελέγχει» τα μεσογειακά παράλια της Τουρκίας, του Λιβάνου, της Συρίας, πιο νότια του Ισραήλ, καθώς και μια μεγάλη απόσταση μέχρι την Αίγυπτο. Επομένως το νησί βρίσκεται σε θέση που επηρεάζει στρατηγικούς τομείς, οι οποίοι αποτελούν ούτως ή άλλως τομείς και εργαλεία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής του ΑΚΡ. Για παράδειγμα, οι περιοχές Τζεϊχάν, Μερσίνα και Αντάλεια, αποτελούν τους νευραλγικούς οικονομικούς χώρους της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο σε τομείς όπως η ενέργεια, το εμπόριο και ο τουρισμός και απέχουν από την Κύπρο περίπου ογδόντα χιλιόμετρα. Με αυτό το συλλογισμό, το ΑΚΡ επιδιώκει το ξεδίπλωμα μιας στρατηγικής που να αλλάζει το στάτους-κβο, δηλαδή την μονοδιάστατη στρατιωτική αντίληψη για την διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και να μετατρέπει την Κύπρο σε ένα ακόμα χώρο ανάδειξης του ρόλου της Τουρκίας ως δύναμης ενσωμάτωσης και άρα συνεχούς «εμπορευματοποίησης» της συγκεκριμένης γεωγραφίας. Έτσι η Τουρκία επιδιώκει να παράγει και να αναπαράγει το ρόλο της ως «εμπορικό κράτος», ως κράτος-φορέα των αξιών της παγκόσμιας αγοράς προς την περιφέρεια.

Το οικονομικό ενδιαφέρον αντικαθιστά το στρατιωτικό;

Βέβαια, οι αλλαγές σε σχέση με το τι είναι η εθνική ασφάλεια της Τουρκίας σήμερα και πως την επηρεάζει η Κύπρος, δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της επικράτησης του ΑΚΡ. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα βαθύτερων κοινωνικών αλλαγών, μέσα από τις οποίες οι επιχειρηματικοί κύκλοι της χώρας δείχνουν ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για το Κυπριακό και τη σημασία του. Το τουρκικό κεφάλαιο δεν έκρυψε την «ενόχλησή» του από τη συνέχιση ενός μοντέλου ανάπτυξης των κατεχομένων με πρωταγωνιστικό το ρόλο των «κρατικών» δομών. Μάλιστα ένα από σημεία ομοφωνίας της τουρκικής επιχειρηματικής τάξης αναφορικά με τα κατεχόμενα, ήταν η αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ισχυρότεροι επιχειρηματικοί κύκλοι της Τουρκίας είχαν εντατικοποιήσει την προσπάθεια ανάδειξης του ιδιωτικού τομέα ως της καθοδηγήτριας δύναμης της ανάπτυξης και του επιδιωκόμενου εκσυγχρονισμού ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Πρότειναν την υιοθέτηση του μοντέλου της «ελεύθερης αγοράς», τον περιορισμό του «δημοσίου» στην ρύθμιση του νομοθετικού πλαισίου και στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για αύξηση των ξένων επενδύσεων. Σε αυτή τη διαδικασία, η κατάργηση «προνομίων» των «δημόσιων υπαλλήλων» και γενικά των εργαζομένων παρουσιάστηκε ως μια αναγκαία προϋπόθεση για την «μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ευημερία».

Μερικές πτυχές πρακτικού αντικατοπτρισμού του προαναφερθέντος ενδιαφέροντος είναι οι εξής: Ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών Τουρκίας δημιούργησε «τμήμα Κύπρου» με στόχο την εντατικοποίηση της παρέμβασης του. Η Ένωση Επιμελητηρίων Τουρκίας εργάστηκε για τη δημιουργία αντίστοιχων με την Τουρκία δομών και σωμάτων όπως το Συμβουλευτικό Συμβούλιο Επενδύσεων, καθώς και για τον καταρτισμό προτάσεων επιτάχυνσης της λειτουργίας της επιτροπής αποζημιώσεων προς τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες περιουσιών στα κατεχόμενα. Η Τουρκική Τράπεζα Οικονομίας και το Συμβούλιο Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων της Τουρκίας κατάρτισαν διάφορα προγράμματα για την αύξηση των ξένων επενδύσεων στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα στους τομείς του τουρισμού και της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Ο Ανεξάρτητος Σύνδεσμος Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του λεγόμενου ισλαμικού κεφαλαίου, προχώρησε στη δημιουργία παραρτήματος στα κατεχόμενα με διακηρυγμένο τον στόχο της ενσωμάτωσης του εμπορίου και της βιομηχανικής παραγωγής στην παγκόσμια αγορά.

Η προοπτική της διαπραγμάτευσης των εγγυήσεων και τα επόμενα ερωτηματικά:

Η πρόθεση της Άγκυρας να συζητήσει το θέμα των εγγυήσεων στην Κύπρο, θα πρέπει λοιπόν να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο περιβάλλον αλλαγών στην ίδια την Τουρκία. Θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια έκφραση της αλλαγής του περιεχομένου με το οποίο οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ αντιλαμβάνονται την ασφάλεια του κράτους. Στο σημείο αυτό διανοίγεται και η προοπτική της διαπραγμάτευσης του θέματος. Βεβαίως οι πιο πάνω δυναμικές από μόνες τους δε σημαίνουν την άμεση και χωρίς όρους αποδοχή των θέσεων της Ελληνοκυπριακής πλευράς για το θέμα. Στη σημερινή συγκυρία, η αποδόμηση της επιρροής του στρατού σε θέματα όπως το σύστημα εγγυήσεων της Κύπρου, εξακολουθεί να επηρεάζεται από κάποια ανοιχτά ζητήματα. Τα κυριότερα είναι το πώς επηρεάζει η γενικότερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή την εξέλιξη του δόγματος εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας, το πώς θα επηρεάσει η αλλαγή των σχέσεων Τουρκοκυπριακής κοινότητας-Άγκυρας τις θέσεις που θα κατατεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καθώς και το ποια θα είναι η τελική απόφαση Έρντογαν για το θέμα.

Νίκος Μούδουρος

Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 7 Φεβρουαρίου 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s