Όταν η Δύση ανακάλυψε την αρετή της Ανατολής

page_avrupa-birliginden-turkiyeye-5-baslik-icin-ozel-mektup_257048846

Πως αντιμετωπίζει η Άγκυρα τις ευρωτουρκικές σχέσεις

 Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στη Μέση Ανατολή, μετατράπηκαν σε βασικά ζητήματα της αντιπαράθεσης σε διεθνές επίπεδο. Όπως και το χάος των Βαλκανίων της δεκαετίας του 1990, έτσι και σήμερα οι διαφορετικές πτυχές της κρίσης που αντιμετωπίζει η Μέση Ανατολή φέρνουν στο προσκήνιο την αναδιάταξη των δυνάμεων και τις τεκτονικές αλλαγές στις παγκόσμιες ισορροπίες. Οι εξωτερικές παρεμβάσεις, οι εμφύλιες διαμάχες, η διάλυση κρατικών δομών και η ολοκληρωτική κατάρρευση οικονομιών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, συνοδεύονται από την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης. Η βίαιη και μαζική μετακίνηση πληθυσμών καθ’ όλη της διάρκεια της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι εξέλιξη που επιτρέπει με σχετική ασφάλεια στον παρατηρητή της ιστορίας να μιλήσει για ένα νέο «σημείο καμπής». Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται ενώπιον ενός τέτοιου σημείου: η Μέση Ανατολή αύριο, δεν πρόκειται να είναι ακριβώς η ίδια με τη Μέση Ανατολή του χθες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των αλλαγών, το πρώτο μισό του 2015 η Ε.Ε δέχτηκε περίπου 700 χιλιάδες πρόσφυγες. Αριθμός ικανός να επιδεινώσει την γενικευμένη κρίση και να «εξαναγκάσει» τις Βρυξέλλες μετά από 11 χρόνια να πραγματοποιήσουν σύνοδο κορυφής της Ε.Ε και της Τουρκίας. Ουσιαστικά η Ένωση στράφηκε ξανά προς την Τουρκία εφόσον προηγουμένως ένιωσε τις άμεσες συνέπειες ενός πολέμου χωρίς τέλος. Με αυτό τον τρόπο όντως οι ευρωτουρκικές σχέσεις αναζωογονούνται και η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας ίσως να μπαίνει σε μια φάση σχετικής επιτάχυνσης, ιδιαίτερα συγκρινόμενη με το πάγωμα του πρόσφατου παρελθόντος. Αυτές είναι οι εξελίξεις που οδήγησαν πολλές αναλύσεις να υπογραμμίσουν την ύπαρξη μιας νέας σημαντικής συγκυρίας στην πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε.

Ωστόσο μια πιο προσεκτική ματιά στις εξελίξεις και δυναμικές των τελευταίων χρόνων φαίνεται να αναδεικνύει μια πραγματικότητα, η οποία μπορεί να μην αποκλείει το προαναφερθέν σενάριο, είναι όμως αρκετά πολυσύνθετη. Το περιεχόμενο των συζητήσεων με αφορμή την πρόσφατη σύνοδο κορυφής Ε.Ε-Τουρκίας, αλλά και οι τελικές της αποφάσεις, φανερώνουν μια «υποβόσκουσα» και αντιφατική πορεία μετακίνησης του άξονα των ευρωτουρκικών σχέσεων σε ένα πλαίσιο που δε μοιάζει σχεδόν καθόλου με αυτό που επικρατούσε την περίοδο 1999-2005. Εάν τότε ο γενικότερος διάλογος μεταξύ των δύο πλευρών, με όλα τα σκαμπανεβάσματα του, επικεντρωνόταν στην ανάγκη εκδημοκρατισμού της Τουρκίας, σήμερα το κέντρο βάρους της διαπραγμάτευσης μεταφέρεται σε ζητήματα που άπτονται σκληρών γεωστρατηγικών υπολογισμών και μιας συγκεκριμένης αντίληψης για την ασφάλεια των ευρωπαϊκών συνόρων.

Μια νέα δυτική ανακάλυψη: Η αρετή της Ανατολής

«Είναι βέβαια στενάχωρο το γεγονός ότι η Ε.Ε μας θυμάται μόνο όταν στριμωχθεί από προβλήματα», έλεγε ανώνυμη πηγή του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας στο τουρκικό Al Jazzera λίγες ώρες πριν τη σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες στις 29 Νοεμβρίου. Το συγκεκριμένο «πολιτικό παράπονο» όμως συμπεριλαμβάνει και μια «απόκρυφη» ευχαρίστηση της κυβέρνησης ΑΚΡ: Το ότι η Ε.Ε θυμήθηκε τη σημασία της Τουρκίας σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, του οποίου οι τελικοί προσανατολισμοί παραμένουν ακόμα άγνωστοι. Ταυτόχρονα η φράση του Τούρκου αξιωματούχου αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Άγκυρα αντιμετωπίζει το ζήτημα της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και που συμπυκνώνεται στο εξής σκεπτικό: Η Τουρκία δεν είναι το «υπό εξέταση» μέρος μιας σχέσης που για να ολοκληρωθεί πρέπει να υλοποιήσει κάποια κριτήρια. Αντίθετα η σχέση αφορά σε δύο ισότιμα μέρη (Ε.Ε και Τουρκία) που διαπραγματεύονται σε ένα πάρε-δώσε, διασφαλίζοντας την ιδιαίτερη τους ισχύ σε ένα πλαίσιο συνεταιρισμού. Με λίγα λόγια σύμφωνα με το πιο πάνω σκεπτικό, όσο απαραίτητη είναι η Ε.Ε στην Τουρκία, ακριβώς τόσο απαραίτητη είναι και η Τουρκία στην Ε.Ε.

Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής, τουλάχιστον από την άποψη της Τουρκίας, θα πρέπει να μελετηθεί στο ευρύτερο σκεπτικό που χαρακτηρίζει το γεωπολιτικό όραμα των κυβερνώντων στην Άγκυρα. Σύμφωνα με το ΑΚΡ, η Ε.Ε δεν αποτελεί ένα ανώτερο οικονομικό και πολιτικό κέντρο, ούτε και η Τουρκία είναι ένα απλό υποκείμενο της περιφέρειας που αναζητεί την ένταξη της στο συγκεκριμένο κέντρο. Αντίθετα, η Ε.Ε αποτελεί ένα από τα πολλά κέντρα οικονομικής και πολιτικής ισχύος που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της διάλυσης της διπολικής-ψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων. Η Τουρκία λοιπόν, με βάση το ίδιο σκεπτικό, ως μια αναδυόμενη δύναμη της μεταβατικής αυτής περιόδου έχει καθήκον να νοηματοδοτήσει τον κόσμο και τη θέση της σε αυτόν. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας πολυπολικής τάξης πραγμάτων που βλέπει το πολιτικό Ισλάμ της Τουρκίας, είναι η αποδυνάμωση των ευρωκεντρικών αντιλήψεων για την παγκόσμια ιστορία.

Οι κυβερνώντες στην Άγκυρα έχουν έντονη την πεποίθηση ότι η οριενταλιστική πρόβλεψη ότι όλες οι εκτός Δύσης πολιτισμικές λεκάνες θα εισέλθουν στον «ποταμό του δυτικού πολιτισμού» και θα εξαφανιστούν, έχει ήδη καταρρεύσει. Στο ίδιο πλαίσιο θεωρούν ότι η νέα τάξη πραγμάτων δε θα καθορίζεται από το μονοδιάστατο εκδυτικισμό, αλλά αντίθετα από την καταξίωση ενός εναλλακτικού εκσυγχρονισμού που θα έχει στο επίκεντρό του την παγκόσμια συμβολή του «εκτός Δύσης» κόσμου. Η Τουρκία ως μια πολιτισμική και πολιτική περιοχή εκτός Δύσης, διεκδικεί να αυτονομηθεί και να θέσει τη δική της εμπειρία εκσυγχρονισμού σε νέο άξονα. Με αυτό τον τρόπο θεωρεί ότι μπορεί σε στιγμές κρίσης να πιέσει την Δύση – ειδικότερα την Ε.Ε – να επιχειρήσει και αυτή με τη σειρά της να ανακαλύψει εκ νέου «τη μεγαλειώδη αρετή της Ανατολής». Είναι ακριβώς αυτές οι πολιτισμικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες της Τουρκίας που παρουσιάζονται τώρα ως πλεονεκτήματα προς την Ε.Ε στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας νέας παγκόσμιας ισορροπίας. Η κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν επιθυμεί να αποκόψει την Τουρκία από το δυτικό κόσμο και να προσανατολιστεί προς τη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, επιδιώκει να εκσυγχρονίσει και να διευρύνει τη σημασία της Τουρκίας για τη Δύση ακριβώς επειδή έχει τη συγκεκριμένη μουσουλμανική ταυτότητα. Ο μουσουλμανικός συντηρητισμός της Ανατολίας προβάλλεται ως μια χρήσιμη και όχι προβληματική «ιδιαιτερότητα» για την Ε.Ε, εάν η τελευταία επιθυμεί να έχει επιρροή στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής. Εάν η Ε.Ε επιθυμεί όντως να έχει παγκόσμιο ρόλο, κατά το ΑΚΡ, μπορεί να το πράξει μόνο εφόσον σέβεται και αξιοποιεί αυτές τις πολιτισμικές «ιδιαιτερότητες» της Τουρκίας.

Ο ίδιος ο Νταβούτογλου επανέλαβε στο παρελθόν ότι η Τουρκία είναι σε ξεχωριστή θέση από όλα τα υπόλοιπα προς ένταξη κράτη. Γιατί; Διότι η Τουρκία είναι κληρονόμος μιας αυτοκρατορίας που καθόρισε τη ροή της ευρωπαϊκής ιστορίας. Καθόλου τυχαία ο Τούρκος Πρωθυπουργός τονίζει σε διάφορες περιπτώσεις ότι «για να μάθει κάποιος την ευρωπαϊκή ιστορία ή την ιστορία των Βαλκανίων πρέπει να μελετήσει τα οθωμανικά αρχεία». Παράλληλα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε μέχρι και το κέντρο της Ευρώπης χωρίς να αλλάξει την ιδιαίτερη της ταυτότητα, ενώ αργότερα η Τουρκία δεν πέρασε από το κύμα της αποικιοκρατίας. Επομένως σε αυτή τη φάση, η Τουρκία θέτει επιτακτικά στο διάλογο της με την Ε.Ε τη διεκδίκηση να της αναγνωριστεί όχι μόνο η «ιδιαίτερη της θέση» σε μια δύσκολη περιοχή, αλλά και ο «μοναδικός» της ρόλος στην προσπάθεια αναβάθμισης της ίδιας της Ε.Ε.

Η νέα «φόρμα» των ευρωτουρικών σχέσεων: Ο διπλός ρόλος της Τουρκίας

Η σύνοδος κορυφής στις 29 Νοεμβρίου κατέληξε σε ένα πακέτο συνεργασίας με την Τουρκία, το οποίο συμπεριλαμβάνει οικονομική στήριξη για να κρατηθούν οι πρόσφυγες μακριά από την Ευρώπη, την υπό όρους επιτάχυνση της διαδικασίας κατάργησης της βίζας σε Τούρκους πολίτες, καθώς και την αναθέρμανση των διαπραγματεύσεων για άνοιγμα κεφαλαίων. Με βάση τα πιο πάνω, η Τουρκία θα πρέπει να προχωρήσει στο άνοιγμα της αγοράς εργασίας προς τους πρόσφυγες, καθώς και σε αλλαγές που να διασφαλίζουν τα ζητήματα πρόσβασης του προσφυγικού πληθυσμού στην εκπαίδευση και γενικότερα στην κοινωνική του ενσωμάτωση. Πρόκειται λοιπόν για αποφάσεις που υιοθετούν την προοπτική μονιμότητας αυτού του πληθυσμού στην Τουρκία. Έτσι, η νέα «φόρμα» των ευρωτουρκικών σχέσεων, ουσιαστικά θέτει τα ζητήματα προσαρμογής της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό κεκτημένο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ιεράρχησης θεμάτων που αφορούν περισσότερο στη σημερινή κατάσταση της Μέσης Ανατολής. Το σημείο αυτό φέρει χαρακτηριστικά που τέμνουν το προαναφερθέν ισλαμικό γεωπολιτικό όραμα της Άγκυρας.

Από τη μια, η Τουρκία προβάλλει ως ο κατεξοχήν στρατηγικός εταίρος της Ε.Ε για την επίλυση ενός προβλήματος παγκόσμιων διαστάσεων, αυτό της προσφυγικής κρίσης. Της αναγνωρίζεται ένα είδος «αυθεντίας» για μια φλεγόμενη περιοχή. Από την άλλη, η Τουρκία ακριβώς διότι στη συγκεκριμένη φάση μπορεί να «επιλύσει» ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, αναλαμβάνει και ένα ρόλο «προστασίας» της Ε.Ε. Έτσι ο διάλογος μεταξύ Ε.Ε και Άγκυρας δίνει στην Τουρκία ένα διπλό ρόλο. Δεν είναι πλέον μόνο μια υποψήφια προς ένταξη χώρα, αλλά την ίδια στιγμή είναι και μια «χώρα-σύνορο» που μπορεί να εμπλέκεται στην επίλυση των ζητημάτων «ασφάλειας» της Ε.Ε. Αυτή η «συνοριακή» ιδιότητα της Τουρκίας στη σημερινή πολύπλοκη πραγματικότητα, δεν σχετίζεται απόλυτα με την πορεία εκδημοκρατισμού της, αλλά με την αξιοποίηση της γεωστρατηγικής της θέσης και της νέας εθνικής της ταυτότητας.

Η δύσκολη πραγματικότητα των προσφύγων

Η πολιτική «ανοιχτών συνόρων» προς τους Σύριους πρόσφυγες που ακολούθησε η Τουρκία, προσαρμόζεται στο γενικότερο ύφος της εξωτερικής της πολιτικής με προφανείς επιπτώσεις και στην ευρωπαϊκή της προοπτική. Η εντεινόμενη δαιμονοποίηση του Άσσαντ από το 2011 και μετά και η απεικόνιση της «ηθικής ευθύνης» της Τουρκίας απέναντι στο συριακό λαό, μαρτυρούν μια προσπάθεια της Άγκυρας να οικοδομήσει τη «μεγαλοσύνη» της χώρας και να διεκδικήσει «ηθική ανωτερότητα» έναντι όλων όσων εμπλέκονται στο συριακό. Επομένως τα καθήκοντα μια «ηθικά ανώτερης» δύναμης αποκτούν περιφερειακές και παγκόσμιες διαστάσεις που αγγίζουν την ίδια την Ε.Ε.

Βεβαίως όλο το προαναφερθέν ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η Άγκυρα εντάσσει τις σχέσεις της με την Ε.Ε σε ότι αφορά στο προσφυγικό, διαθέτει μια αντίστοιχη πραγματικότητα επί του εδάφους. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, από τον Οκτώβριο 2015 η χώρα φιλοξενεί 2,2 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες, 300 χιλιάδες Ιρακινούς και 50 χιλιάδες Αφγανούς. Το μέγεθος του κύματος προσφύγων προς την Τουρκία σήμερα μπορεί να γίνει πιο κατανοητό εάν συγκριθεί με το ότι από την ίδρυση του τουρκικού κράτους το 1923 μέχρι και το 2013, η χώρα δέχτηκε μόλις 2 εκατομμύρια πρόσφυγες. Από το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία, η Τουρκία φιλοξενεί σταθερά άνω του 42% του συνόλου των Σύριων που εξαναγκάστηκαν σε προσφυγοποίηση. Μέχρι και τον Οκτώβριο, περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια ήταν το ποσό που έδωσε η Άγκυρα για την κάλυψη των βασικών αναγκών των προσφύγων. Υπολογίζεται ότι από το σύνολο των Σύριων προσφύγων μόνο το 14% ζει στους προσφυγικούς καταυλισμούς που δημιούργησε το κράτος και το υπόλοιπο προσπαθεί να επιβιώσει στις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας.

Συνεπώς είναι ξεκάθαρο ότι η συγκεκριμένη πτυχή του γεωπολιτικού οράματος της Τουρκίας έχει άμεσες επιπτώσεις στην ίδια την κοινωνία. Η πρόσφατη απόφαση της συνόδου κορυφής με την Ε.Ε μάλιστα συμπληρώνει σε μεγάλο βαθμό την αλυσίδα της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας στην Τουρκία, η οποία συμπεριλαμβάνει πλέον μια σειρά από ζητήματα όπως η δημογραφική αλλαγή, ο αστικός μετασχηματισμός και η αλλαγή του κοινωνικού ιστού της χώρας. Πέραν όμως από τις δυναμικές που γεννούν οι πρόσφατες αποφάσεις, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που φαίνεται να οδηγούν σταδιακά σε περισσότερες κοινωνικές αλλαγές. Η μαζική προσφυγοποίηση τόσων πολλών ανθρώπων σε τόσο μικρό διάστημα, σε συνδυασμό με την επιμήκυνση της κρίσης στη Συρία, αποτελούν δεδομένα που μπορούν να ενδυναμώσουν περισσότερο την πτυχή της «μονιμότητας» του προσφυγικού πληθυσμού. Η «μονιμότητα» ενός τέτοιου πληθυσμιακού μεγέθους χωρίς την προηγούμενη ύπαρξη δομών και πλαισίου ενσωμάτωσης, μπορεί με τη σειρά της να προκαλέσει ένα νέο κύκλο κοινωνικών ρηγμάτων στη χώρα.

Το ζήτημα της αναθέρμανσης των ευρωτουρκικών σχέσεων λοιπόν στη σημερινή συγκυρία επανέρχεται με πολύπλοκες και αντιφατικές πτυχές, με θέματα που αφορούν στην κατάσταση της Ε.Ε, της Τουρκίας, αλλά και της Μέσης Ανατολής. Η αναθέρμανση αυτή επανέρχεται σε ένα πλαίσιο που δεν μοιάζει απόλυτα με αυτό του πρόσφατου παρελθόντος. Είναι γεγονός ότι μέσα από τις πρόσφατες αποφάσεις διατηρείται η σύνδεση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας με την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Όμως είναι επίσης γεγονός ότι η σταδιακή μετακίνηση του άξονα και του περιεχομένου στις ευρωτουρκικές σχέσεις, μπορεί να δημιουργήσει νέες δυναμικές και προεκτάσεις με επιρροές σε πολλά θέματα, ένα από τα οποία είναι και το Κυπριακό.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Νίκος Μούδουρος

Δρ. Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s