Το Κυπριακό ζήτημα σε ένα καινούργιο απρόβλεπτο κόσμο. Προς αλλαγή παραδείγματος;

chronosmag

Η ένταση της βίας στη Μέση Ανατολή και των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο, φαίνεται να αποτελούν μια νέα ευκαιρία κριτικής αξιολόγησης του γεωπολιτικού οράματος της Τουρκίας, μέσα στα σημερινά δεδομένα. Η Τουρκία αναμφίβολα παίζει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, ενώ οι ενέργειες της το επόμενο χρονικό διάστημα θα έχουν στρατηγικό χαρακτήρα ιδιαίτερα στην υπόθεση υλοποίησης ή αποτυχίας των δικών της στόχων. Λόγω της κρισιμότητας των εξελίξεων αποτελεί πλέον αναγκαιότητα μια προσπάθεια ολιστικής αντιμετώπισης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Μια τέτοια αντιμετώπιση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας θα πρέπει να τοποθετείται μέσα στην ολότητα των κοινωνικών σχέσεων[1], έτσι όπως εξελίσσονται τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην περιφέρεια της. Με αυτό το σκεπτικό, η εξωτερική πολιτική της χώρας δε θα πρέπει να θεωρείται ξεκομμένη από τις διάφορες οικονομικές και πολιτικές δομές που προκύπτουν σε αυτήν ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης[2]. Την ίδια στιγμή δε θα πρέπει να θεωρείται αποκομμένη από τις γενικότερες διεθνείς και περιφερειακές αλλαγές, ιδιαίτερα αυτές που προκαλούν μια συνολική αναδιάταξη στόχων πολλών κρατών στην εξωτερική τους πολιτική[3].

Προς μια «μετα-δυτική» ισορροπία;

Συνεπώς, οι θεωρητικές αναζητήσεις αλλά και οι πολιτικές πρακτικές του ΑΚΡ στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τοποθετούνται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των διεθνών σχέσεων και συνεχούς μετακίνησης των ισορροπιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας από το 2002 και μετά, πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο γενικότερο περιβάλλον των συζητήσεων και αντιπαραθέσεων περί της μετάβασης σε μια «μετα-δυτική» εποχή. Καθόλου τυχαία, πολλές ακαδημαϊκές μελέτες υποστηρίζουν ότι τα τελευταία χρόνια σημειώνεται μια μετακίνηση από το αμερικανικά καθοδηγούμενο παγκόσμιο σύστημα σε ένα πολυπολικό κόσμο. Στο ίδιο πλαίσιο εντοπίζεται η σταδιακή αποκρυστάλλωση μιας διεθνούς τάξης πραγμάτων, στην οποία οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα δε θα αποτελούν τον μοναδικό ηγεμονικό πόλο, μια εξέλιξη που πήρε νέες διαστάσεις μετά την οικονομική κρίση του 2008[4]. Οι επιπτώσεις που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση του 2008 και μετά στις ΗΠΑ και στην Ε.Ε, σε συνδυασμό με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρών όπως η Ρωσία, Βραζιλία, Ινδία, Κίνα (BRICs), αλλά και μικρότερων κρατών όπως η Τουρκία, το Μεξικό, η Μαλαισία και η Ινδονησία, ήταν παράγοντες που συνέβαλαν στην ενίσχυση των εκτιμήσεων γύρω από την μετακίνηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα και την σταδιακή επικράτηση ενός σχήματος «η Δύση και οι Υπόλοιποι» (The West and the Reast) [5]. Δηλαδή ενός σχήματος, στο οποίο σηματοδοτούνται μακροπρόθεσμες αλλαγές σχετικής έστω αποδυνάμωσης του παραδοσιακού παγκόσμιου επίκεντρου ισχύος που ήταν η Δύση και πιο συγκεκριμένα οι ΗΠΑ.

Πέραν όμως των επιπτώσεων της κρίσης, τα σενάρια περί ενός «μετα-δυτικού» κόσμου, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό και σε βαθύτερες αλλαγές της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας. Ιδιαίτερα η σταδιακή μετακίνηση κεφαλαίου, εμπορίου και βιομηχανικής παραγωγής από τη Δύση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, τα τελευταία χρόνια συνιστά μια γερή βάση πάνω στην οποία μεταβάλλεται και ο ανταγωνισμός για ηγεμονία στο παγκόσμιο σύστημα. Συγκεκριμένα, η ροή ξένου κεφαλαίου από τις ανεπτυγμένες στις τριάντα πιο ισχυρές αναπτυσσόμενες οικονομίες το 2001 ήταν 169 δισεκατομμύρια δολάρια και το 2007 έφτασε τα 919 δισεκατομμύρια δολάρια[6]. Το 2001 το 74% του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου διεξαγόταν από τις ανεπτυγμένες οικονομίες και το υπόλοιπο 26% από τις αναπτυσσόμενες. Το 2007, το ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου που διεξαγόταν από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες έφτασε το 33.7%[7]. Μάλιστα σύμφωνα με κάποιες προβλέψεις, το 2030 αναμένεται ότι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα έχουν μερίδιο 70% του παγκόσμιου εμπορίου[8], ανατρέποντας την πραγματικότητα που επικρατούσε στις αρχές του 21ου αιώνα. Περίπου τα ίδια δεδομένα καταγράφονται και στο θέμα της βιομηχανικής παραγωγής για την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF) έχει προβλέψει ότι το επίκεντρό της, μέχρι και το 2030 θα είναι η Ανατολή και η Ασία[9]. Αυτή η υλική βάση της παγκόσμιας πραγματικότητας φαίνεται να επηρεάζει την ενίσχυση της επιρροής των «μη-δυτικών» δυνάμεων[10], οι οποίες με τη σειρά τους απέκτησαν μια σχετική αυτονομία στον καθορισμό και την υλοποίηση των γεωπολιτικών τους οραμάτων. Οι διεθνείς αλλαγές οδήγησαν στη δημιουργία ενός μικρού πεδίου αυτόνομων κινήσεων των περιφερειακών δυνάμεων, οι οποίες μπόρεσαν σε κάποιο βαθμό και υπό ορισμένες προϋποθέσεις να καθορίσουν τη δική τους ατζέντα χωρίς να παρουσιάζονται μόνο ως οι «εκτελεστές» των στρατηγικών επιλογών των ισχυρότερων ανεπτυγμένων χωρών[11]. Υπό αυτή την έννοια οι ΗΠΑ έπαψαν να αποτελούν το μοναδικό παράδειγμα παγκόσμιας ηγεμονίας[12], χωρίς ωστόσο να σημειώνεται μια τέτοια ανακατανομή της ισχύος που να επιτρέπει την εμφάνιση μιας νέας ηγεμονικής δύναμης ικανής να ανατρέψει ολοκληρωτικά την πρωτοκαθεδρία τους.

Οι προαναφερθέντες εξελίξεις, έστω και αν δεν έχουν ανατρέψει ολοκληρωτικά τις παγκόσμιες ισορροπίες, παραπέμπουν σε μια μεταβατική περίοδο ρηγμάτων το βάθος των οποίων δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί. Φαίνεται όμως ότι τα ρήγματα που προκλήθηκαν επέτρεψαν στη νέα ελίτ της Τουρκίας να τοποθετήσει με διαφορετικό τρόπο τα δικά της οράματα σχετικά με τη παγκόσμια πραγματικότητα και το δικό της ρόλο. Οι νέες παγκόσμιες ισορροπίες που έκαναν την εμφάνισή τους, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές κοινωνικές ανατροπές στην Τουρκία, βοήθησαν ούτως ώστε το ΑΚΡ να διεκδικήσει σε πολιτικό επίπεδο την αλλαγή της διεθνούς τάξης πραγμάτων προς δύο κύριες κατευθύνσεις: Η πρώτη είναι η προσπάθεια άρσης της δυτικο-κεντρικής ανάγνωσης του κόσμου και η δεύτερη είναι η «αποκατάσταση», η «επανεμφάνιση» του Ισλάμ ως φορέα και εκφραστή της υπό δημιουργία νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Η πορεία εδραίωσης του ΑΚΡ στην εξουσία ήταν παράλληλη με τη μετάβαση της νέας πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας σε ένα στάδιο «πρόσληψης» του «νέου κόσμου», το χαρακτηριστικό του οποίου δεν είναι η δυτική επιβολή μέσα από την αποικιοκρατία, αλλά η ικανότητα διαφόρων πολιτισμικών λεκανών πέραν της Δύσης να δημιουργούν ζωτικό χώρο[13] για τον εαυτό τους μέσα από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Σύμφωνα με τις γενικότερες αντιλήψεις του ΑΚΡ, οι μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές που προκλήθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδυνάμωσαν τη θέση της Δύσης ως του κυρίαρχου πολιτικού και οικονομικού κέντρου του κόσμου, ενώ την ίδια στιγμή εμπόδισαν τη συγκρότηση μιας νέας συμφωνίας μεταξύ των κρατών για τη λειτουργία της μεταβατικής αυτής παγκόσμιας κατάστασης. Σε αυτό το σημείο η κατάσταση περιγράφεται ως προβληματική γιατί οι διεθνείς σχέσεις παράγουν ελλείψεις σε ζητήματα όπως η παγκόσμια διακυβέρνηση, η παγκόσμια οικονομία και η δίκαιη συμπερίληψη όλων των πολιτισμών στη παγκόσμια δομή[14]. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η «αταξία» στις διεθνείς σχέσεις σύμφωνα με τον Davutoğlu, συντηρείται από τρεις μεγάλους «σεισμούς»: Ο πρώτος ήταν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος αναδιαμόρφωσε τη σημασία της Ευρασίας με την εμφάνιση νέων κρατών, γεωοικονομικών και γεωπολιτισμικών παραμέτρων. Ο δεύτερος ήταν τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, τα οποία προκάλεσαν την ιδεολογική μετακίνηση από τις έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας προς την έννοια της ασφάλειας και δημιούργησαν τον κίνδυνο για την επιβολή ενός παγκόσμιου στρατιωτικού νόμου. Ο τρίτος ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 που συνοδεύτηκε από την «αραβική άνοιξη», προκαλώντας διεθνείς οικονομικές και πολιτικές ανακατατάξεις[15].

Η ανάγνωση του κόσμου από το ΑΚΡ

Ποια είναι λοιπόν η ανάγνωση του κόσμου σήμερα από το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ; Το βασικό χαρακτηριστικό του ιδεολογικού υπόβαθρου του γεωπολιτικού οράματος της τουρκικής κυβέρνησης είναι η ύπαρξη ενός αναγεννημένου χώρου της Ανατολής, μιας χωριστής από τη Δύση «ανατολίτικης πολιτότητας», η οποία μπορεί να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Το τουρκικό όραμα περιλαμβάνει μια λειτουργία δυναμική, μια ηγεμονική πτυχή σε μια υπό δημιουργία νέα παγκόσμια ισορροπία. Η «δίκαιη τάξη» που οραματίζεται το ΑΚΡ, «υποχρεώνει» την Τουρκία να γίνει εκπρόσωπος, ηγέτιδα δύναμη της χωριστής «πολιτιστικής λεκάνης». Αυτή η περιφερειακή «πολιτική κοινότητα», η νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων ως «καθήκον» της Τουρκίας δε έχει ακόμα ξεκάθαρα χαρακτηριστικά, αλλά διακρίνεται σαφώς από μια κοινή κανονιστική ταυτότητα (Ισλάμ) και μια κοινή ιστορική ταυτότητα (Οθωμανική κληρονομιά). Παράλληλα, η διεκδίκηση μιας καλύτερης διεθνούς θέσης αυτής της περιφερειακής τάξης πραγμάτων, προϋποθέτει ότι η Τουρκία θα είναι ο φορέας της νεοφιλελεύθερης ενσωμάτωσης. Καθόλου τυχαία, η Άγκυρα στοχεύει στη νομιμοποίηση της επιδίωξης για μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όχι σε ένα άλλο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο, αλλά στη διεύρυνση της εκπροσώπησης στα πλαίσια των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής ανά το παγκόσμιο. Η θέση της στους G-20 ως μιας δομής που διευρύνει τη συμμετοχή στη παγκόσμια αγορά, μετατρέπεται σε «μοντέλο» μεταρρύθμισης και άλλων διεθνών οργανισμών. Επομένως εκείνο που οραματίζεται το ΑΚΡ είναι την «καταξίωση» της Τουρκίας σε μια «πολιτική εγγύηση» αποκατάστασης του Μουσουλμανικού κόσμου ως «δικαιούχου» και ισότιμου διαχειριστή του υφιστάμενου συστήματος σε παγκόσμια κλίμακα.

Η Ανατολική Μεσόγειος και η Κύπρος: Προς ένα νέο «μεσανατολικό»;

Η Ανατολική Μεσόγειος, είναι μια σημαντική – αν όχι η πιο σημαντική – περιοχή στο επίκεντρο της νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων που διεκδικεί η Τουρκία. Τα στοιχεία για την Ανατολική Μεσόγειο, όντως επιβεβαιώνουν όχι μόνο τη σημασία της, αλλά την ίδια στιγμή και τις πηγές έντασης των ανταγωνισμών που κορυφώνονται στη σημερινή συγκυρία.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2012, το 75%-80% του παγκόσμιου εμπορίου διεξάγεται από τη θάλασσα. Την ίδια περίοδο τα κέρδη από το θαλάσσιο εμπόριο έφτασαν τα 400 δις δολάρια. Τα στοιχεία του ίδιου χρόνου δείχνουν ότι το 30% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου διεξάγεται στην Ανατολική Μεσόγειο όπως και το 25% της θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου. Περίπου 200.000 πλοία διακινούνται ετησίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Το 2010 το Κέντρο Γεωλογικών Ερευνών ΗΠΑ σε έκθεση του, εκτίμησε ότι η αξία των ενεργειακών αποθεμάτων της Αν. Μεσογείου είναι περίπου 1.5 τρις δολάρια. Το 2012, περίπου 25%-30% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας πραγματοποιήθηκε από τα λιμάνια της στην Ανατολική Μεσόγειο. Κοντά σε αυτά, πολλά άλλα στοιχεία και αριθμοί θα μπορούσαν να παρατεθούν, υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη σημασία της εν λόγω περιοχής στους ανταγωνισμούς για οικονομική και πολιτική επικράτηση.

Επομένως, η πρόσφατη κρίση που προκάλεσε η Άγκυρα στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνδέεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο εξελίξεων και ρηγμάτων ηγεμονίας. Η Κύπρος φαίνεται να αποτελεί πλέον ένα από τα πολλά διαφορετικά μέρη της στρατηγικής της Τουρκίας για την Ανατολική Μεσόγειο. Το διαφορετικό σημείο είναι το ότι το νησί έπαψε να αποτελεί ένα χωριστό θέμα «εθνικής ασφάλειας» με στρατιωτικούς όρους όπως συνέβαινε ίσως στις παλαιότερες κεμαλικές ερμηνείες. Ως αποτέλεσμα το ίδιο το Κυπριακό, αλλά και οι εξελίξεις αναφορικά με τους υδρογονάνθρακες της περιοχής, μετασχηματίζονται σε «θέματα-προβλήματα» της περιφέρειας και των ανταγωνισμών της. Ίσως μάλιστα η σημερινή συγκυρία να ενδυναμώνει την πορεία «μεσανατολικοποίησης» του Κυπριακού προβλήματος. Με αυτό τον τρόπο μεγάλα έργα υποδομής όπως η υποθαλάσσια μεταφορά νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία στα κατεχόμενα και οι αντιπαραθέσεις για τη μελλοντική διακίνηση του φυσικού αερίου φαίνεται να έχουν ένα εργαλειακό χαρακτήρα μετατροπής της κυπριακής γεωγραφίας σε πεδίο «πειραμάτων» για ενοποίηση της αγοράς-εμπορίου-ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Το σίγουρο είναι ότι χωρίς την οριστική λύση του Κυπριακού, η Κύπρος θα εισέρχεται ακόμα πιο γρήγορα στις αντιπαραθέσεις για τα μοντέλα περιφερειακής ενσωμάτωσης που διεκδικούν οι ηγεμονικές δυνάμεις της περιοχής.

 

Νίκος Μούδουρος, 11 Νοεμβρίου 2014

Περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, Τεύχος 19

[1] Hannes Lacher, “Making Sense of the International System: the promises and pitfalls of contemporary Marxist theories of international relations”, in Historical Materialism and Globalization, ed. Mark Rubert and Hazel Smith (London: Routlegde, 2002), 148-149, 161-162. (147-164)

[2] Justin Rosenberg, The Empire of Civil Society (London: Verso, 1994), 6.

[3] Leon N. Lindberg and Stuart S. Scheingold, Europe’s Would-be Polity: Patterns of change in the European Community (Englewood Clifts: Prentice-Hall, 1970), 137-138.

[4] Ενδεικτικές μελέτες που ασχολούνται με το ζήτημα: Stephen M. Walt, “The end of the American Era”, National Interest 116 (2011): 6-16. Michael Beckley, “China’s century: Why America’s edge will endure”, International Security 36 (2011/12) 41-78. Charles A. Kupchan, No One’s World: The West, the Rising Rest, and the Coming Global Turn (Oxford: Oxford University Press, 2012). Fareed Zakaria, The Post-American World (New York: WW Norton, 2009).

[5] Για την περίοδο που ακολουθεί την οικονομική κρίση του 2008 και τις επιπτώσεις της στις παγκόσμιες ισορροπίες βλέπετε Niall Ferguson, Civilization: The West and the Rest (London: Penguin 2011).

[6] Korkut Boratav, “AKP’li Yıllarda Türkiye Ekonomisi”, in AKP Kitabı. Bir Dönüşümün Bilançosu, ed. İlhan Uzgel and Bülent Duru (Ankara: Phoenix Yayınları, 2009), 464. (463-472)

[7] MÜSİAD, Türkiye Ekonomisi 2009. Küresel Kriz, Yeni Dersler (İstanbul: MÜSİAD Yayınları, 2009), 33.

[8] Süleyman Yaşar, “Türkiye Ekonomisi niye daha iyi olacak?”, Sabah, November 15, 2012, accessed November 15, 2012, http://www.sabah.com.tr/Yazarlar/yasar/2012/11/15/turkiye-ekonomisi-niye-daha-iyi-olacak

[9] Turhan Bozkurt, “Eksen Kaymasına TUSKON’un cevabı”, Zaman, June 16, 2010, accessed June 16, 2010, http://www.zaman.com.tr/ekonomi_haber-analiz-turhan-bozkurt-eksen-kaymasina-tuskonun-cevabi_995841.html

[10] Ali Resul Usul, “Giriş”, in Batı-Sonrası Dünyaya Doğru Türk Dış Politikası, ed. Ali Resul Usul (İstanbul: MÜSİAD Araştırma Raporları 82, 2013) 8.

[11] Ziya Öniş and Mustafa Kutlay, “Rising Powers in a Changing Global Order: the political economy of Turkey in the age of the brics”, Third World Quarterly 34 (2013): 1410. (1409-1426)

[12] Ibid. 1410-1411.

[13] Fatih Bayhan, Dip Dalga Davutoğlu. Türkiye’nin stratejik aklı (İstanbul: Paradoks Kitap, 2012), 141-142.

[14] Ahmet Davutoğlu, “Global Governance”, Vision Papers, Center for Strategic Research, Republic of Turkey: Ministry of Foreign Affairs 2 (March 2012): 7-8.

[15] “Dışişleri Bakanı Sn Ahmet Davutoğlu’nun IV. Büyükelçiler Konferansı Açış Konuşması”, Türkiye Cumhuriyeti Dışişleri Bakanlığı, accessed May 9, 2013, http://www.mfa.gov.tr/disisleri-bakani-sn_-ahmet-davutoglu_nun-iv_-buyukelciler-konferansi-acis-konusmasi_-23-aralik-2011.tr.mfa

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s