Αποχαιρετισμός στον Ρεζβάν Κόντι

Ο Ρεζβάν Κόντι, δεύτερος από αριστερά, δίπλα στους Πάμπη Κυρίτση, Αλί Γκουλέ και Μεχμέτ Σεϊς. Λίγους μήνες πριν το θάνατό του τιμήθηκε για την προσφορά του στους κοινούς αγώνες του συνδικαλιστικού κινήματος.

Ο Ρεζβάν Κόντι, δεύτερος από αριστερά, δίπλα στους Πάμπη Κυρίτση, Αλί Γκουλέ και Μεχμέτ Σεϊς. Λίγους μήνες πριν το θάνατό του τιμήθηκε για την προσφορά του στους κοινούς αγώνες του κυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σήμερα το πρωϊ (17 Σεπτεμβρίου 2014) έφυγε από τη ζωή ο Ρεζβάν Κόντι. Τουρκοκύπριος μέλος της ΠΕΟ στα πιο δύσκολα χρόνια της Κύπρου και αργότερα δραστήριο στέλεχος του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος. Ο Ρεζβάν είναι ο πατέρας του ονόματος της εφημερίδας Yeni Düzen (Νέα Τάξη). Τα δύο άρθρα που ακολουθούν σε ελληνική μετάφραση, δημοσιεύτηκαν στη συγκεκριμένη εφημερίδα στις 20 και 22 Δεκεμβρίου 2009 από τη δημοσιογράφο Αϊσού Μπασρί Ακτέρ και αποτελούν μια από τις τελευταίες προσπάθειες καταγραφής των κυριότερων εμπειριών του Ρεζβάν. Η δική του ιστορία, αποτελεί ένα μικρό αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της κυπριακής ιστορίας.

«Ήμουν ο ένατος στη λίστα θανάτου..»

ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ, 20.12.2009
Συνέντευξη στην Αϊσού Μπασρί Ακτέρ

Ο Ρεζβάν Κόντι, είναι 84 ετών. «΄Εχω δύο ακόμη μήνες μέχρι να γίνω 84 ετών», λέει. Είναι ένας Τ/κος, μέλος της ΠΕΟ και του ΑΚΕΛ στα πιο πονεμένα χρόνια της Κύπρου. Εργάστηκε στο Βαρώσι ως επιστάτης στις οικοδομές. Ήταν στενός φίλος του Αλί Καβάζογλου.

Με τα ίδια του τα λόγια: «Μετά τον Καβάζογλου, με τον οποίο περπατήσαμε τον ίδιο δρόμο, ήρθε η σειρά μου». Είναι ένας συνδικαλιστής που ρίχθηκε στη φυλακή, βασανίστηκε, δραπέτευσε, απειλήθηκε. «Είδα τη λίστα θανάτου» λέει ο Κόντι, ένας άνθρωπος ζωντανή ιστορία εκείνης της περιόδου.

Είναι ο πατέρας του ονόματος της ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ. Με τον Ρεζβάν Κόντι μιλήσαμε για εκείνη την εποχή. Τον ρωτήσαμε πως εκδόθηκε αυτή η εφημερίδα πριν από 35 χρόνια και με ποιο τρόπο πήρε το όνομά της. Πήγε πίσω στο χρόνο και μας τα εξιστόρησε με τον ίδιο ενθουσιασμό, με την ίδια περηφάνια.

Ο πατέρας του ονόματος της ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ
Ρωτήσαμε τον Ρεζβάν Κόντι για τον τρόπο που πήρε το όνομα της η ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ όταν αποφασίστηκε να εκδοθεί. Μας ανέφερε τα εξής: «Μια μέρα ο Νατζιή Ταλάτ ήρθε και μας ζήτησε να προτείνουμε όνομα για την εφημερίδα που θα εκδιδόταν. Ο Σαβάς Χασάν (Savaş Hasan Solmazcan) και εγώ κάτσαμε και σκεφτήκαμε τέσσερα ονόματα. Δεν τα θυμάμαι ακριβώς, αλλά τα ονόματα αυτά ήταν Γενίτσιάγ (Yeniçağ) Γενί Ντουζέν (Yeni Düzen), νομίζω Ιλερί (İleri) και Γιάριν (Yarın). Τοποθετήσαμε το χαρτί με τα ονόματα σε ένα κλειστό φάκελο και το δώσαμε στο κόμμα. Στη διοίκηση του κόμματος, τότε ήταν οι Μπεκίρ Αζγκίν (Bekir Azgın), Οζκέρ Οζγκιούρ (Özker Özgür), Νατζιή Ταλάτ (Naci Talat) και Εργκιούν Βεχμπί (Ergün Vehbi). Αμέσως παρεκάθησαν σε σύσκεψη. Εξ’ όσων γνωρίζω, εκτός από τη δική μας πρόταση, υπήρχε και μια πρόταση από τον Άγιο Ανδρόνικο (Αμμοχώστου), η οποία όμως ήταν ένα μόνο όνομα. Μετά το πέρας της σύσκεψης, μας ανέφεραν ότι επιλέγηκε το όνομα Γενί Ντουζέν. Εμείς φυσικά νοιώσαμε περήφανοι και χαρήκαμε, επειδή επιλέγηκε ένα από τα ονόματα που προτείναμε.

Ο Ρεζβάν Κόντι περιγράφει το χωριό Λάπαθος στο οποίο ζούσε τότε, ως ένα χωριό όπου το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (Ρ.Τ.Κ.) ήταν δυνατό. Η Λάπαθος που είναι το χωριό στο οποίο για πρώτη φορά οργανώθηκε το Ρ.Τ.Κ., ήταν μικτό. Ήταν μια πυκνοκατοικημένη και ανεπτυγμένη περιοχή. Ο Κόντι, ανέφερε ότι το Ρ.Τ.Κ. είχε πολλούς οπαδούς εκεί. Λόγω του γεγονότος αυτού, αυτοί που υποστήριζαν άλλα κόμματα δεν μπορούσαν να μιλήσουν και πολύ. Ο Ρεζβάν Κόντι, από τη δεκαετία του 1970 εντάχθηκε στο Ρ.Τ.Κ. και μαζί με τρεις φίλους του, τους Σαβάς Χασάν (Σολμαζτζιάν), Μουσταφά Ιμπραχήμ (Mustafa İbrahim) και Αλπέρ Ίντζιε (Alper İnce), έκαναν την εβδομαδιαία διανομή της εφημερίδας.

«Στην έκδοση της εφημερίδας βοηθήσαμε και εμείς πολύ. Γυρίζαμε όλα τα χωριά και τη διανέμαμε. Τότε η εφημερίδα έβγαινε εβδομαδιαία. Εγώ πωλούσα 30-35 φύλλα στη Λάπαθο. Ο Μουσταφά Ιμπραχήμ, διένεμε την εφημερίδα στο χωριό Σύνγκρασι. Η εφημερίδα κυκλοφορούσε σχεδόν παντού. Μέχρι και το Ριζοκάρπασο. Ίσως να μην πήγαινε στη Γιαλούσα», ανέφερε ο Κόντι.

Ο Ρεζβάν Κόντι ανέφερε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την κοινωνική κατάσταση της εποχής: «Για παράδειγμα, τότε οι άνθρωποι δεν διάβαζαν όπως σήμερα. Και η εφημερίδα πιο πολύ πήγαινε στα καφενεία. Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν καταλάβαιναν αυτά που έγραφε η εφημερίδα. Για παράδειγμα μπορεί να μην καταλάβαιναν μία λέξη ή και το θέμα. Και τότε το να πεις ‘δεν καταλαβαίνω‘, θεωρείτο ντροπή. Έτσι, όταν ήμασταν μόνοι, μας ρωτούσαν «αυτό τι σημαίνει;» και εμείς όταν τους εξηγούσαμε έλεγαν «εντάξει, τώρα κατάλαβα». Αργότερα όταν ήρθαν οι φοιτητές από την Τουρκία, ξαλαφρώσαμε, αφού τους εξηγούσαν πλέον αυτοί.
Ο Ρεζβάν Κόντι λέει ότι είναι ακόμη τακτικός αναγνώστης της εφημερίδας ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ. Ξεκουράζομαι όποτε διαβάζω την εφημερίδα αυτή. Τη διαβάζω κάθε μέρα. Όταν πηγαίνω στο καφενείο λένε: «Ήρθε ο γενιντουζενιτζιής».

Ρωτούμε επίμονα γιατί διαβάζει τη ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ. «Είναι από συνήθεια ή μήπως σας αρέσει πράγματι η ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ;»

Ποια είναι η απάντηση, ποιος είναι ο λόγος;

«Εάν εμπιστεύεσαι αυτούς που εκδίδουν την εφημερίδα, για σένα είναι ότι το καλύτερο. Το πιο σημαντικό από όλα είναι η εμπιστοσύνη. Εμπιστεύομαι αυτούς που εκδίδουν την εφημερίδα αυτή. Εάν μπροστά μου υπάρχουν 10 εφημερίδες, εγώ πάλι προτιμώ τη ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ. Εάν δεν τη διαβάσω πρώτα εγώ, δεν τη δίδω σε κανένα. Τώρα βγήκαν νέες εφημερίδες, όμως δεν με ενδιαφέρουν αυτές.»

Η δολοφονία του Καβάζογλου
Ο Ρεζβάν Κόντι μας αναφέρει ότι ήταν στενός φίλος με τον Ντερβίς Αλί Καβάζογλου, ο οποίος στις 11 Απριλίου 1965 βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητο του, μαζί με τον φίλο του και συνάδελφο του στην ίδια συντεχνία, Ε/κο Κώστα Μισιαούλη. Αναφέρει ότι παρόλο που δεν θυμάται το πως πρωτοάκουσε την είδηση, το διάβασε για πρώτη φορά στις ε/κές εφημερίδες και μας αναφέρει τα εξής:

«Δεν θυμάμαι αν άκουσα για το θάνατο του από το ραδιόφωνο ή από κάποιον άλλο, όμως η πρώτη γραπτή είδηση ήταν στις ε/κές εφημερίδες και θυμάμαι να είχα διαβάσει την εφημερίδα γιατί γνώριζα πολύ καλά ελληνικά. Όταν δολοφονήθηκε ο Καβάζογλου, ο δάσκαλος του χωριού μας ήταν ακόμη εν ζωή είπε ‘Ω! Φαγώθηκε ακόμα ένα σκυλί’. Όταν το άκουσα αυτό τρελάθηκα και διαπληκτιστήκαμε.»

Ρωτάω για τις απειλές που δέχθηκε ο Καβάζογλου και αν περίμεναν τη δολοφονία του Καβάζογλου. Ο Κόντι μου αναφέρει τα πιο κάτω:

«Δεν περιμέναμε ότι θα τον δολοφονούσαν. Μετά τη δολοφονία του Καβάζογλου καβγαδίσαμε με το ΑΚΕΛ γιατί δεν μπόρεσαν να τον προστατεύσουν. Στο συνέδριο υπήρχε μία τουρκική και μία ελληνική σημαία. Ο Καβάζογλου εκφώνησε την ομιλία του κάτω από την ελληνική σημαία και υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις. Αντιδράσαμε και εμείς. Τότε το μοναδικό κόμμα ήταν αυτό της δεξιάς. Τα υπόλοιπα κόμματα ποδοπατούνταν. Εμείς τότε προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε και δίδαμε αγώνα για την ελληνοτουρκική φιλία. Για το λόγο αυτό υπήρχαν ανάμεσα μας αρκετές διαμάχες για το είδος φιλίας που θα έπρεπε να υπάρχει, το πως θα επιβιώναμε κ.α..Ήμουν και εγώ αρκετά θυμωμένος.»

Ο Ρεζβάν Κόντι, ο οποίος χαρακτηρίζει αυτό το επεισόδιο ως ορόσημο, θυμάται επίσης και άλλες συνταρακτικές λεπτομέρειες σχετικά με τη δολοφονία του Καβάζογλου.

«Ο Καβάζογλου είχε οδηγίες να μην βγει έξω, όμως ένας φίλος του του τηλεφώνησε και βγήκε, διαφορετικά δεν θα πήγαινε».

Τον ρωτάω εάν γνωρίζει από ποιον δέχθηκε αυτό το τηλεφώνημα.

«Δεν γνωρίζω, γνωρίζει όμως ο Νατζιή». Και συνεχίζει:

«Ο Νατζιή γνωρίζει ποιος τηλεφώνησε στον Καβάζογλου. Επειδή το ίδιο άτομο ήρθε και μαζί του σε αντιπαράθεση. Ο Νατζιή μας το είπε αυτό κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης που είχαμε. Και εμείς του είπαμε να μας πει ποιος είναι για να πάμε να τον σκοτώσουμε. Όμως ο Νατζιή δεν μας το είπε. Τον πιέσαμε πολύ αλλά δεν μας είπε τίποτε.» Όταν ρώτησα τον Κόντι: «Πραγματικά θα πηγαίνατε να τον σκοτώσετε;» η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: «Εάν δεν το κάναμε εμείς, κάποιος άλλος θα το έκανε».

Η λίστα του θανάτου
«Μετά που σκοτώθηκε ο Καβάζογλου, είχα σειρά εγώ», μας είπε ο Ρεζβάν Κόντι (Rezvan Konti). Και μας περιέγραψε ένα πολύ χαρακτηριστικό γεγονός: «Πήγα με τη θεριστική μηχανή στην Αγία Κεπήρ. Ένας αγροφύλακας με το όνομα Ντουρμούς (Durmuş), με πλησίασε και με ρώτησε κατά πόσο γνώριζα τα άτομα τα ονόματα που ήταν γραμμένα στον κατάλογο (λίστα) που κρατούσε στα χέρια του. Πήρα τον κατάλογο και τον κοίταξα. Τους ήξερα όλους. Ήταν 30-31 άτομα. Ήταν γραμμένα με σειρά. Στην πρώτη θέση ήταν ο Αχμέτ Σαντί (Ahmet Sadi). Στη δεύτερη θέση βρισκόταν ο Χασάν Οκτάι (Hasan Oktay). Εγώ ήμουν ο έννατος».

Ο Ρεζβάν Κόντι λέει πως αυτός ο κατάλογος ήταν ουσιαστικά ένας κατάλογος εκτελέσεων. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν δίστασε ο Ντουρμούς και τους έδειξε τον κατάλογο, αυτός μου απάντησε: «Εμείς δεν ήμαστε από το χωριό αυτό. Ο αγροφύλακας δεν γνώριζε ούτε ποιος ήμουν, ούτε από πού ερχόμουν, ούτε ποιο είναι το όνομά μου. Τότε όλοι έκαναν προπαγάνδα και προσπαθούσαν να τραβήξουν με το μέρος τους όλους όσους ήταν εναντίον τους. Έτσι και αυτός μας έδειξε τον κατάλογο. Εάν όμως ήταν έξυπνος δεν θα μας τον έδειχνε».

Ο Κόντι μας είπε ότι εκείνο τον καιρό η Αγία Κεπήρ δεν ήταν αναπτυγμένο χωριό. Μας ανέφερε ακόμα ότι είπε στον αγροφύλακα που τους έδειξε τον κατάλογο ότι δεν γνώριζε τα άτομα που ήταν γραμμένα σ’ αυτόν. Αναφέρει επίσης ότι αμέσως μετά το γεγονός αυτό δόθηκε μήνυμα στην οργάνωση στο οποίο έλεγαν: «Ο κατάλογος βγήκε. Αυτά τα άτομα θα εκτελεστούν.»

Ο Ρεζβάν Κόντι ανέφερε ότι εκείνη την περίοδο αρκετά άτομα ήταν υποχρεωμένα να φύγουν στο εξωτερικό για την προσωπική τους ασφάλεια, ότι και αυτοί που έμειναν πίσω συμβουλεύτηκαν να πράξουν το ίδιο και ότι μετά τις προειδοποιήσεις αυτές αρκετά άλλα άτομα προτίμησαν να φύγουν.

Εγώ τον ρώτησα: «Όταν είδατε το όνομά σας γραμμένο στον κατάλογο, δεν σκεφθήκατε να φύγετε και εσείς;»
Και αυτός μου απαντά: «Ο φόβος είναι ατολμία. Είχα οικογένεια. Είχα δύο παιδιά. Θέλαμε δεν θέλαμε έπρεπε να πάμε στα σπίτια μας. Εγώ προσπάθησα να κρατήσω μακριά τα παιδιά μου από όλα αυτά. Για κάποιο διάστημα σκέφτηκα σοβαρά να τα πάρω και να φύγω. Όμως αν θα σκότωναν κάποιους, αυτοί θα ήμασταν εμείς. Μετανιώσαμε. Προτιμήσαμε να μείνουμε εδώ».

Οι μέρες στο νοσοκομείο
Ο Ρεζβάν Κόντι συνελήφθηκε ένα μήνα πριν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Ο λόγος που συνελήφθηκε ήταν επειδή αποθάρρυνε τους νέους να πηγαίνουν στο στρατό. Τουλάχιστον η δικαιολογία που του ανέφεραν, αυτή ήταν. Θυμάται και περιγράφει τις μέρες στο νοσοκομείο: «Συνελήφθηκα. Για 10-15 μέρες με κτυπούσαν. Στην αρχή τα κτυπήματα ήταν λίγα, όμως όσο περνούσαν οι μέρες, αυτά γίνονταν όλο και πιο πολλά. Με κτυπούσαν με κάλτσα γεμάτη με άμμο. Βασικά αυτός που με κτυπούσε συνέχεια ήταν ο Γιασιάρ Μουλαζίμ (Yaşar Mülazim). Γνωριζόμασταν πολύ καλά. Τώρα δεν βρίσκεται στη ζωή. Είχε τρεις γιους. Και οι τρεις γιοι του ήταν αριστεροί. Από τα κτυπήματα αυτά το ένα μου πλευρό είναι ακόμα σπασμένο. Μέχρι σήμερα, όταν κάνει κρύο με πονάει».

«Λίστα θανάτου»

Αϊσού Μπασρί Ακτέρ

ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ, 22.12.2009

Προχθές μιλήσαμε για την εφημερίδα ΓΕΝΙ ΝΤΟΥΖΕΝ με τον «πατέρα» του ονόματός της, Ρεζβάν Κόντι ή άλλως μάστορα Ρεζβάν.

Τα όσα ανέφερε ο Ρεζβάν ήταν άκρως ενδιαφέροντα. Κατά τη διάρκεια της μέρας μίλησα με διάφορα άτομα κάποια από τα οποία έζησαν εκείνες τις εποχές. Αυτό στο οποίο συμφωνούν όλοι, είναι ότι πρέπει να αξιοποιηθεί περισσότερο η ιστορία που μεταφέρεται προφορικά.

Και αυτό επειδή «χάνουμε» ένα-ένα τους ανθρώπους που είχαν ζήσει εκείνα τα γεγονότα και οι οποίοι παρέμειναν (τόσα χρόνια) σιωπηλοί.

Ο Ρεζβάν είναι ένα από τα άτομα-σφραγίδες μιας περιόδου. Κάποιοι λένε για αυτόν: «Αν δεν ήταν αυτός, δεν θα ήταν έτσι» σε ότι αφορά σημαντικά γεγονότα στην ιστορία. Πέραν του ότι ήταν μάστορας στις οικοδομές, ήταν ένας έξυπνος και θαρραλέος νέος που λάμβανε σημαντικές αποφάσεις.

Κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 το αντίτιμο για το θάρρος μερικές φορές ήταν το αίμα. Έτσι ήταν και για τον Ρεζβάν. Ρίχθηκε στη φυλακή και βασανίστηκε.

Ο Ρεζβάν ήταν μέλος κοινής συντεχνίας Ε/κων και Τ/κων η οποία θεωρείτο προδοτική και ότι υπηρετούσε τις ελληνοκυπριακές θέσεις. Ήταν ακριβώς στο επίκεντρο των συγκρούσεων που άρχισαν με τη διαταγή για την αποχώρηση των Τ/κων από την ΠΕΟ.

Ο Ρεζβάν κάνει αναφορά σε μια λίστα θανάτου.

Λέει ότι σε αυτή τη λίστα θανάτου υπήρχαν ονόματα αρκετών σημαντικών προσώπων οι οποίοι διεξήγαγαν ένα κοινό αγώνα και στις δύο κοινότητες.

Αυτή η λίστα ήταν η λίστα των «προδοτών» που δεν συμφωνούσαν με το διαχωρισμό, οι οποίοι είχαν σχέσεις με το ΑΚΕΛ και που υποστήριζαν τη συνέχιση της συνεταιρικής δημοκρατίας του 1960.

«Σε αυτή τη λίστα ήμουν ένατος», λέει. Απαριθμεί τα ονόματα που θυμάται από αυτή τη λίστα:
Αχμέτ Σαντί (Ahmet Sadi), Χασάν Οκτάι (Hasan Oktay)…

Κάποιες πηγές λένε ότι ανάμεσα σε αρκετά άλλα ονόματα σε αυτή τη λίστα θανάτου υπήρχαν και τα ονόματα των Χουλούς Τσιαγλάρ (Hulus Çağlar) και Μουσταφά Κόντι (Mustafa Konti).

Ορισμένα άτομα που βρίσκονταν στη λίστα αυτή, ποιος ξέρει, ίσως και άλλα άτομα που βρίσκονταν σε άλλες λίστες, σκοτώθηκαν ή διέφυγαν στο εξωτερικό. Ορισμένοι συνέχισαν να ζουν μέσα στο φόβο. Προτιμούσαν να μην μιλούν για να προστατέψουν τις οικογένειες και τα παιδιά τους. Τα δεκάδες χρόνια που πέρασαν από τότε, ίσως και οι προσπάθειες που κατέβαλαν για να ξεχάσουν αυτά τα γεγονότα, τα καθιστούν σήμερα σβησμένες αναμνήσεις.

Οι περισσότεροι δεν ζουν σήμερα. Αλλά άφησαν πίσω τους μια σιωπηλή και βαμμένη με αίμα ιστορία.

Και οι δύο πλευρές του νησιού έχουν μια ιστορία γραμμένη με μαύρο αίμα που λέρωσε τα χέρια τους στο σκοτεινό παρελθόν.

Ο Ρεζβάν θυμάται τη δολοφονία του στενού του φίλου, Ντερβίς Αλί Καβάζογλου, παρόλο που οι αναμνήσεις του έχουν ξεθωριάσει. Το σημαντικότερο πράγμα που θυμάται είναι ότι παρόλο που ο Καβάζογλου κρυβόταν, εντούτοις εκείνη τη μέρα βγήκε από το σπίτι με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί.

Λέει επίμονα ότι «ο Νατζιή το ήξερε αυτό, όμως δεν είπε τίποτα».

«Εάν το ξέραμε, θα πηγαίναμε και θα σκοτώναμε και εμείς τον Ο.. Εάν δεν μπορούσαμε εμείς να το κάνουμε, τότε κάποιος άλλος θα το έκανε».

Ποιος ξέρει, ίσως να το γνώριζαν και γι’ αυτό προτίμησαν να μην μιλήσουν. Ίσως προτίμησαν να σωπάσουν επειδή γνώριζαν ότι ο ένοχος δεν ήταν αυτός που τράβηξε τη σκανδάλη, αλλά αυτός που έδωσε τη διαταγή.

Πέρσι τέτοια εποχή συνομιλήσαμε για λογαριασμό της εφημερίδας ΚΙΠΡΙΣ (σημείωση: Η Αϊσού Μπασρί Ακτέρ εργαζόταν παλαιότερα και στην εφημερίδα ΚΙΠΡΙΣ) με το γιο και την κόρη του Αϊχάν Καϊμάκ, 46 χρόνια μετά για τη δολοφονία δύο δημοσιογράφων και δύο δικηγόρων, οι οποίοι έγιναν σύμβολο της λίστας θανάτου και του αγώνα υπέρ της Δημοκρατίας και της κοινής πατρίδας.

Τα όσα θυμάμαι (από τη συνέντευξη εκείνη) σαν κόμπο στο λαιμό μου, παγώνουν το αίμα του ανθρώπου.

«…Όπως σπαράζει το κοτόπουλο όταν του κόψεις το λαιμό μέχρι να βγει η ψυχή του, έτσι είδα και τη μητέρα μου να μιλά για το θάνατο του πατέρα μου».

Η πρόταση αυτή ήταν της Χιφσιγιέ Χικμέτ η οποία ήταν 4 χρονών όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας της.

Η μητέρα της, όταν δολοφονήθηκε ο σύζυγός της, ήταν μια όμορφη 21χρονη κοπέλα, η οποία δεν μπορούσε να αντέξει τις παρενοχλήσεις και χωρίς τη στήριξη κανενός, διέφυγε στη νότια Κύπρο και εγγράφηκε ως Νάταλι.
Στο σπίτι που εγκαταστάθηκε άρχισε να μιλά ελληνικά. Ο Εμίν Χικμέτ, ο οποίος τότε ήταν 2 ετών, διδάχθηκε όπως και τις άλλες 6 γλώσσες που γνωρίζει και την τουρκική γλώσσα από Τούρκους φίλους του από το εξωτερικό.

Τα πιο κάτω λόγια ανήκουν τόσο στην Νάταλι όσο και στην Χιφσιγιέ: «…Ούτε με μητέρα, ούτε με πατέρα μπορείς να ζήσεις. Δεν ανήκεις και στις 2 κοινότητες. Να απομονωθείς από το κάθε τι είναι πολύ δύσκολο. Κάποτε φοβόμουν να μιλήσω. Δεν μπορούσα όμως να αντισταθώ από το να πω τις σκέψεις μου.»

Οι ιστορίες για τον πατέρα της, τον οποίο θυμάται αμυδρά, είναι απαγορευμένες, δέχεται απειλές και δεν θα μπορέσει καθόλου να καταπραΰνει τον πόνο της.

Ο Εμίν Χικμέτ (Emin Hikmet) λέει: «Δεν ντρέπομαι για τίποτα. Ο πατέρας μου απλώς προσπαθούσε για τους Τ/κους, προσπαθούσε για τη χώρα του. Είμαι περήφανος για τον πατέρα μου. Και σίγουρα θέλω να μάθω τον πατέρα μου».
Ιδού αυτοί, που έμειναν πίσω από αυτή τη λίστα θανάτου. Είναι τα παιδιά ενός ανθρώπου που δολοφονήθηκε μια νύχτα ενώ κοιμόταν δίπλα από τη γυναίκα του και του οποίου το όνομα ήταν σε αυτή τη λίστα ή σε κάποια άλλη και τον οποίο ήθελαν να εξολοθρεύσουν. Σήμερα, αυτοί που αγωνίστηκαν όπως ο Ρεζβάν Κόντι (Rezvan Konti) και αυτοί που υπήρξαν μάρτυρες, μας αφηγούνται τις αναμνήσεις τους από εκείνη την αιματοβαμένη ιστορία. Ενώ αυτοί που φέρουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης σιωπούν, αυτοί που έχυσαν αίμα, δεν βρίσκονται σήμερα εν ζωή.
Αυτή η χώρα βίωσε απερίγραπτο πόνο. Και στις δύο πλευρές του νησιού υπάρχει ακόμα φόβος για χύσιμο αίματος.
Αλλά το να συζητούν ή να ρωτούν για αυτό αποτελεί ταμπού. Πρέπει να ξεπεράσουμε πλέον τα ταμπού για μια περίοδο όπου η ανθρωποκτονία θεωρείτοεπιτρεπόμενη και γίνονταν βασανιστήρια σε συζύγους και παιδιά για χάριν της απληστίας των άλλων. Πρέπει να μπορέσουμε να μιλήσουμε πιο ελεύθερα για το παρελθόν μας. Διότι, κάθε μέρα που περνά απομακρυνόμαστε από το να λογοδοτήσουμε γι’αυτή την αιματοβαμένη ιστορία. Χάνουμε τους μάρτυρες εκείνης της εποχής και μεγαλώνουμε μόνο τον πόνο μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s