Τι είναι πραγματικά η «ΤΔΒΚ»;

KKTC BAYRAGI

Σκιαγραφώντας την τ/κ πραγματικότητα, μετά από 30 χρόνια ψευδοκράτους, με τον Νίκο Μούδουρο

Το αίτημα για αυτοδιοίκηση, για αυτόνομη ανάπτυξη, αποκτά στο πλαίσιο της τ/κ Αριστεράς τον χαρακτήρα της συνεργασίας σε ένα κοινό κράτος, ενώ όσο πάμε στα δεξιά του πολιτικού χάρτη βλέπουμε το αίτημα της αυτοδιοίκησης να παίρνει περισσότερο τον χαρακτήρα της ανεξαρτησίας ενός κυρίαρχου κράτους

Του Γιώργου Κακούρη

Εφημερίδα Πολίτης, 24 Νοεμβρίου 2013

Το κλειδί για να κατανοήσουμε το ψευδοκράτος, πέρα από τη γνωστή φόρμουλα την οποία χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια η ε/κ πολιτική ελίτ, είναι να το δούμε στο ιστορικό του πλαίσιο. «Θα πρέπει να αποδεχθούμε και μια ιστορική συνέχεια που σχετίζεται με την ιστορία της Κύπρου, δηλαδή με την εξελικτική πορεία εμφάνισης χωριστών θεσμών και δομών εξουσίας μέσα στην τ/κ κοινότητα αλλά και ως μια ιστορική ρήξη ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής», μας εξηγεί ο τουρκολόγος Νίκο Μούδουρος, ο οποίος εδώ και χρόνια ασχολείται και αναλύει την τουρκοκυπριακή κοινότητα – τόσο ακαδημαϊκά όσο και ως σύμβουλος του τέως Προέδρου Χριστόφια. Κι αυτό γιατί αν μελετήσουμε τις δομές του «κράτους» του 1983 μπορούμε να δούμε μια συνέχεια με τις δομές που άρχισαν να δημιουργούνται με βίαιο τρόπο από το 1963. Από εκεί και πέρα, αν και είναι σωστή η νοηματοδότησή του με τον όρο «κατοχικό καθεστώς», αυτό που βλέπουμε να εξελίσσεται μέσα στον χρόνο είναι ένα «καθεστώς κηδεμονίας» που αφήνει χώρο, αν και περιορισμένο, για να λειτουργήσουν διαδικασίες εκλογικές και πολιτικές.

Πρέπει να προσέξουμε, υπογράμμισε ο κ. Μούδουρος, πως πέρα από την κατοχή από το 1983 στα κατεχόμενα ιδρύθηκαν δημοκρατικά κόμματα καθώς και ένα συνδικαλιστικό κίνημα το οποίο μέχρι σήμερα μπορεί να χαρακτηριστεί και ιδιαίτερα δυναμικό και μαζικό.

Το νόμιμο και το παράνομο

Το συνολικό αίτημα για αυτοδιοίκηση της τ/κ κοινότητας υπάρχει μεν και δεν έχει υποχωρήσει, καθιστώντας έτσι κενές περιεχομένου τις φωνές που θέλουν τον περιορισμό αυτής της αυτοδιοίκησης μέσα από την άρνηση της πολιτικής ισότητας ή της ανάγκης για ομοσπονδιακές δομές σε ένα επανενωμένο κράτος.

Σε αυτή τη συνειδητοποίηση, ο κ. Μούδουρος προσθέτει και πως το αίτημα πλέον διαφοροποιείται έντονα από κάθε πολιτική τάση στα κατεχόμενα. «Δηλαδή το αίτημα για αυτοδιοίκηση, για αυτόνομη ανάπτυξη, αποκτά στα πλαίσια της τ/κ Αριστεράς τον χαρακτήρα της συνεργασίας σε ένα κοινό κράτος ενώ όσο πάμε στα δεξιά του πολιτικού χάρτη βλέπουμε το αίτημα της αυτοδιοίκησης να παίρνει περισσότερο τον χαρακτήρα της ανεξαρτησίας ενός κυρίαρχου κράτους».

Η εσωτερική βία που ασκήθηκε από τις κοινότητες το 1963 με την εξωτερική που ασκήθηκε από την Τουρκία το 1974 συνδέονται, για τον κ. Μούδουρο, και έχουν ως αποτέλεσμά τους σήμερα το αίτημα πως ναι μεν πρέπει αλλάξουν οι σχέσεις εξάρτησης με την Τουρκία, χωρίς όμως να οδηγηθεί η κοινότητα σε σχέση υποτέλειας με τους Ε/Κ.

Αντίθετα πάντως με ό,τι ενδεχομένως πιστεύουμε στην ε/κ κοινότητα, η αντίδραση για τη συμπεριφορά της Τουρκίας στα κατεχόμενα έναντι των Τουρκοκυπρίων δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο αλλά εμφανίζεται, έστω και αποσπασματικά, όπως μας λέει ο Νίκος Μούδουρος, και λίγο μετά την τουρκική εισβολή. «Ενώ το 1974 η εισβολή έγινε αρχικά δεκτή ως μια μορφή ανακούφισης από τον προηγούμενο αποκλεισμό των Τ/Κ σε θύλακες και τη βία της προηγούμενης δεκαετίας, βλέπουμε πως με τα πρώτα κύματα εποικισμού το 1975 και την οικοδόμηση ενός καθεστώτος κηδεμονίας υπό την εποπτεία της Άγκυρας αρχίζουν ήδη οι πρώτες αντιπολιτευτικές κινήσεις».

Κριτική και εκ δεξιών

Η αμφισβήτηση αυτή κορυφώθηκε και ριζοσπαστικοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν η οικονομική κατάρρευση έφερε τον σχηματισμό της πλατφόρμας «Αυτή η χώρα είναι δική μας». Το κυπριακό μπήκε πλέον σε νέα φάση καθώς η τ/κ κοινότητα διεκδικούσε ανοιχτά «να γίνει ένα από τα υποκείμενα της κυπριακής ιστορίας, διεκδικητής και της επίλυσης του Κυπριακού» και όχι απλώς παθητικό υποκείμενο.

Σήμερα όμως, τονίζει ο κ. Μούδουρος, η αμφισβήτηση περνά και πάλι σε μια νέα φάση, καθώς αν δούμε προσεκτικά τις εξελίξεις βλέπουμε και «μέρος της παραδοσιακής τ/κ Δεξιάς να αναπτύσσει έναν ιδιαίτερο επικριτικό ρόλο» που οι Ε/Κ δεν αναμέναμε. Η νέα εικόνα στα κατεχόμενα είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόζει σήμερα η Άγκυρα, «δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο ηγεμονίας αλλά την ίδια στιγμή και πολύ έντονες αντιδράσεις», όπως οι διαδηλώσεις του 2011. Το νέο πλαίσιο είναι ο εισαγόμενος εκσυγχρονισμός των δομών με στόχο να καταστεί ο ιδιωτικός τομέας η μηχανή ανάπτυξης της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο όμως πλέον η τ/κ ελίτ δεν θα μπορεί να χρησιμοποιεί τον προϋπολογισμό της Τουρκίας, διαμοιράζοντάς τον για να αναπαράγει την πολιτική εξουσία της. Και αυτό ίσως να εξηγεί και τις αντιδράσεις σε χώρους πέραν της Αριστεράς.

Κεφάλαιο, έποικοι και ισλάμ

Οι αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα αφορούν τέσσερις διαστάσεις. Η πρώτη είναι το ότι σε ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας κυριαρχεί το τουρκικό ιδιωτικό κεφάλαιο. Το θέμα αυτό συνδέεται με ένα δεύτερο θέμα, τον μετασχηματισμό και τη συρρίκνωση της «δημόσιας» υπηρεσίας, μια μέχρι σήμερα τ/κ δομής εξουσίας, έτσι ώστε να ενισχυθεί ο ιδιωτικός τομέας.

Η τρίτη διάσταση, η οποία δεν είναι και τόσο γνωστή στις ελεύθερες περιοχές, είναι πως ο εποικισμός πλέον αλλάζει χαρακτήρα και περιεχόμενο, με τις νέες γενιές εποίκων να έχουν αναβαθμισμένο πολιτικό ρόλο καθώς αναπτύσσονται πολιτικά αιτήματα «σε μερικές περιπτώσεις απόλυτα ανταγωνιστικά με τα παραδοσιακά τ/κ κόμματα».

Παράλληλα, το τέταρτο φαινόμενο που προκαλεί και τις πιο φανερές αντιδράσεις σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο είναι και η εισαγωγή του ισλάμ σε όλες σχεδόν τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής με «την οικοδόμηση νέων τζαμιών, για παράδειγμα, την ενίσχυση της δραστηριότητας ισλαμικών ταγμάτων και αδελφοτήτων και την παρουσία του λεγόμενου ισλάμικού κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού και των κατασκευών», αλλά και από την Άγκυρα όπου στην εξουσία βρίσκεται ένα κόμμα που τονίζει τη δημόσια έκφραση της θρησκείας.

Μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα

Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι λάθος να καλλιεργείται η αντίληψη πως η τ/κ κοινότητα είναι μονολιθική και ανίκανη να ενεργήσει λόγω της επιρροής της Τουρκίας. Ναι μεν η τ/κ κοινότητα δεν μπορεί από μόνη της να γίνει «φορέας ανατροπής» της κατοχής, όμως οι διεκδικήσεις που καταγράφονται «μπορούν να αποτελέσουν και κοινά αιτήματα με την ε/κ κοινότητα».

Είναι σημαντικό επίσης να καταλάβουμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίπολο μιας Αριστεράς που τάσσεται κατά της κηδεμονίας και μιας Δεξιάς που τάσσεται υπέρ. Στη Δεξιά, δηλαδή στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό Κόμμα, αναπτύχθηκε, με αφορμή το ΚΔΑ, η αντίδραση ενός τ/κ εθνικισμού απέναντι στον εισαγόμενο τουρκικό. Κι εκεί που η ευρύτερη τ/κ Αριστερά και ο συνδικαλισμός παραμένει ο κύριος χώρος αμφισβήτησης, έχει διαφανεί ένα πεδίο συνεργασίας της με μέρος της Δεξιάς.

Χαρακτηριστικό του νέου σκηνικού όμως είναι και πως στην Αριστερά υπάρχει πλέον διαφοροποίηση μεταξύ για παράδειγμα της αριστερής και της πιο φιλελεύθερης πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αλλά και ευρύτερα μεταξύ ΡΤΚ και άλλων κομμάτων της Αριστεράς. Η διαφοροποίηση αυτή αφορά το οικονομικό πρωτόκολλο της Τουρκίας, με την αριστερά πτέρυγα να απορρίπτει την προσπάθεια να αφαιρεθούν οι θεσμοί από τα χέρια των Τ/Κ και την πιο φιλελεύθερη να είναι πιο ανοικτή στις ιδιωτικοποιήσεις – μια λογική και θεμιτά πολιτική διαφορά.

Μια άλλη εικόνα

Πρόσφατα με τη σύντομη θητεία της μεταβατικής «κυβέρνησης» της Σιμπέλ Σιμπέρ, μετά την πτώση του «πρωθυπουργού» Ιρσέν Κιουτσιούκ και πριν τις πρόωρες εκλογές του καλοκαιριού, δόθηκε για πρώτη φορά μια ριζικά διαφορετική εικόνα της τ/κ πολιτικής. «Όχι στο επίπεδο της αλλαγής με ουσιαστικό τρόπο», τονίζει ο κ. Μούδουρος, «αλλά στο ότι ψήλωσε τον πήχη των απαιτήσεων από τον κόσμο για την παρούσα σύνθεση της ‘κυβέρνησης’ ακριβώς γιατί υπάρχει το καλό παράδειγμα».

Για αυτό άλλωστε και γεγονότα όπως η πρόσφατη αύξηση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος προκαλούν ακόμα πιο έντονες αντιδράσεις, καθώς η κοινή γνώμη δεν ικανοποιείται με λιγότερα από μια «κυβέρνηση» την οποία συνθέτουν σχεδόν τα ίδια κόμματα που είχαν δώσει αρχικά μια πολύ πιο διαφορετική εικόνα. Εδώ όμως, σημειώνει ο κ. Μούδουρος, πρέπει να δούμε τις αυξημένες και πάλι πιέσεις της Άγκυρας (μέσω κεκαλυμμένων απειλών για πάγωμα των μισθών στον «δημόσιο τομέα»), η οποία δεν θέλει να δημιουργηθεί η ίδια φυγόκεντρος δυναμική που είχε δημιουργήσει η υπηρεσιακή «κυβέρνηση» παγώνοντας για παράδειγμα την χορήγηση «υπηκοοτήτων» τις οποίες το ΚΕΕ μοίραζε αδιάκριτα και με ύποπτες διαδικασίες.

Αποχή, έποικοι και οικονομία

Από την τ/κ κοινότητα δεν λείπει παράλληλα και το φαινόμενο της αυξημένης αποχής από τις εκλογές από το 2009 μέχρι σήμερα. Όμως το φαινόμενο δεν αφορά μια απλή αποπολιτικοποίηση όπως τη βιώνουμε στις ελεύθερες περιοχές. «Υπάρχει μια συνολική απαξίωση μέρους της κοινότητας για την πολιτική διαδικασία επειδή ακριβώς γίνεται με τρόπο που αμφισβητεί την κοινοτική τους ύπαρξη», επισημαίνει ο κ. Μούδουρος.

Για αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός πως ο φόβος που είχε εκφραστεί εντός και εκτός κοινότητας μετά την εκλογή Έρογλου πως οι έποικοι θα κατεύθυναν πλέον την εκλογική διαδικασία έχει εν μέρει διαψευσθεί μετά την πρόσφατη πρωτιά του ΡΤΚ στις «βουλευτικές». Είναι ο λόγος η αποχή, ή μήπως το κριτήριο ήταν οι αρνητικές οικονομικές επιδώσεις της «κυβέρνησης» Κουτσιούκ και της τ/κ Δεξιάς; Για τον κ. Μούδουρο καμία σχέση δεν είναι απόλυτη αλλά και δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε ακόμα καθώς δεν έχουμε τα πλήρη αναλυτικά στοιχεία από την τελευταία εκλογική διαδικασία. Ναι μεν, προσθέτει, η παραδοσιακή τάση των εποίκων ήταν μια ροπή προς τα Δεξιά, όμως «αλλάζει η ίδια η φύση και ο χαρακτήρας του πληθυσμού τους», καθώς μέρος των νέων γενεών ενσωματώνεται στο κυπριακό πλαίσιο.

Η παρακαταθήκη της «ΤΔΒΚ»

Ψάχνοντας την πραγματική διάσταση της «ΤΔΒΚ», πέρα από τη ρητορική της ε/κ πλευράς περί απόσχισης και την κληρονομία -θετική και αρνητική- που αναπόφευκτα θα αφήσει στην τ/κ κοινότητα ακόμα και αν το Κυπριακό λυθεί αύριο, ρωτήσαμε τον κ. Μούδουρο ποιο ιστορικό κέρδος αλλά και ζημιά βλέπει από την ύπαρξη της για την κοινότητα αλλά και ευρύτερα για την Κύπρο ως ενιαία χώρα.

«Ως ιστορικό κέρδος μπορεί να χαρακτηριστεί το ότι υπάρχει εξελικτικά μια πολύ πιο μεγάλη χειραφέτηση της τ/κ κοινότητας ως κοινότητας με πολιτικά ίσα δικαιώματα και όχι ως μειονότητας», η οποία θα μπορεί να έχει θέση σε ένα κοινό κράτος «διατηρώντας την αυτονομία της μέσα από συγκεκριμένες δομές οι οποίες δεν θα είναι πλέον κρατικές». «Όμως δεν θα πάψουν ποτέ να ζητούν το στοιχείο της εσωτερικής αυτοδιοίκησης ως άμυνα απέναντι σε ένα πολύ πιο δυνατό σύνολο όπως η ε/κ κοινότητα».

Ιστορική ζημιά για τον τουρκολόγο είναι πως το ψευδοκράτος «όπως λειτούργησε τελικά δεν ευνόησε την ολοκλήρωση της χειραφέτησης της τ/κ κοινότητας», αλλά αντίθετα την υπονόμευσε «τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και των αξιών», καθώς οι δομές αυτές προσπάθησαν να υπονομεύσουν ακόμα και την κυπριακή της ταυτότητα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s