Μια «ανατομία» του δρόμου στην Τουρκία



Οι μαζικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στην Τουρκία απέκτησαν αμέσως διεθνές ενδιαφέρον. Τόσο το μέγεθος, η μαζικότητα των κινητοποιήσεων, όσο και η κοινωνική σύνθεση των διαδηλωτών, αλλά πολύ περισσότερο το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν, ήταν μερικοί από τους βασικούς παράγοντες που ώθησαν στο παγκόσμιο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη χώρα. Ενώ η εικόνα της Τουρκίας συνηγορούσε στην επικράτηση μιας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας τέτοιας που ονομάστηκε το «θαύμα του Έρντογαν», ξαφνικά η πραγματικότητα ανέδειξε φυγόκεντρες δυναμικές, πολύπλοκες και δύσκολες στην κατανόηση τους.
Καθόλου τυχαία λοιπόν, οι αναλύσεις εντός και εκτός Τουρκίας μεταξύ άλλων συνεχίζουν να ασχολούνται με το εάν πρόκειται για «άνοιξη» στα πρότυπα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, ή για ένα «κίνημα αγανακτισμένων» στα πρότυπα της Δύσης. Η πολυπλοκότητα της κατάστασης στην Τουρκία, μάλλον οδηγεί στην αναγκαιότητα ερμηνείας των διαδηλώσεων υπό το φακό άλλων γεωγραφικών περιοχών, κάτι που βεβαίως δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Όμως χωρίς να μειώνεται η σημασία του διεθνούς πλαισίου και των επιρροών του, το ετερόκλητο του πλήθους που διαμαρτύρεται, καθώς και ο τρόπος αντίδρασης της τουρκικής κυβέρνησης, είναι δεδομένα που προσφέρονται για να αναστοχαστούμε την Τουρκία, μέσα από το βαθύτερο ιδεολογικό περιεχόμενο των διεκδικήσεων που καταγράφονται στο δημόσιο χώρο και χωρίς απαραίτητα να χρησιμοποιούμε μόνο εργαλεία άλλων περιοχών. Ποιοι είναι τελικά αυτοί που αντιδρούν και τι ζητούν; Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ίσως να οδηγηθούμε και σε πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα για ένα τουλάχιστον μέρος του «υπόλοιπου 50%» που δεν στηρίζει τον Έρντογαν.

Κοινωνική και πολιτική χαρτογράφηση των διαμαρτυριών
Σε ένα πρώτο επίπεδο θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μαζικότερες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στην Τουρκία, παρουσιάστηκαν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Γιάλοβα, Μούγλα και Αττάλεια, ήταν οι πόλεις που συγκέντρωσαν τις μαζικότερες διαδηλώσεις στα δυτικά της χώρας. Άγκυρα, Μπολού και Εσκισεχίρ, σηματοδότησαν τις κινητοποιήσεις στην κεντρική Τουρκία, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι μαζικές διαμαρτυρίες σε Καισάρεια, Ικόνιο και Άδανα, περιοχές που χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία του πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς η χαρτογράφηση επιβεβαιώνει τις αρχικές εκτιμήσεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχουν στις διαμαρτυρίες, ευρύτερα μικροαστικά και μεσαία στρώματα της Τουρκίας.
Σε πρόσφατη έρευνα που έγινε μεταξύ των διαδηλωτών στην Κωνσταντινούπολη, το 39,6% των συμμετεχόντων ήταν ηλικίας μεταξύ 19 και 25 χρονών, ενώ το 24% ήταν μεταξύ 26 και 30 χρονών. Επομένως γίνεται εύκολα κατανοητό ότι και η νεολαία των αστικών κέντρων αποτελεί βασική συνιστώσα των κινητοποιήσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για τη γενιά του 1990, η γνωστή σε όλους «απολίτικη νεολαία» που έχει μεγαλώσει σε ένα πολύ διαφορετικό κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον με επίκεντρο τον καταναλωτισμό και την εμπορευματοποίηση. Τα χαρακτηριστικά αυτής της μερίδας της νεολαίας συμπληρώνονται από τη σχετική απόσταση που τη διακρίνει από το υφιστάμενο κομματικό σύστημα, αλλά και από τους διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας και συλλογικότητας που έχει αναπτύξει.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο καταγράφεται το πλαίσιο των κινήτρων και των αιτημάτων των διαδηλωτών, επίσης σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση των δυναμικών στην κοινωνία της χώρας. Το σύνθημα «το θέμα δεν είναι το πάρκο, ακόμα δεν κατάλαβες» που κοσμούσε το χώρο του Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη τις πρώτες μέρες, δίνει με χαρακτηριστικό τρόπο την ευρύτητα των διεκδικήσεων. Αποσπάσματα δηλώσεων από τους συμμετέχοντες είναι επίσης διαφωτιστικά: Η 15χρονή Ελίφ ανέφερε ότι ο λόγος της συμμετοχής της στις κινητοποιήσεις ήταν η αναφορά του Πρωθυπουργού σε «τραμπούκους». Ο 16χρονος Μεσούτ υπογράμμισε ότι με τη συμμετοχή του ήθελε να εναντιωθεί στις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ η 19χρονη Μπουσέ ανέφερε ότι διεκδικεί την προστασία του περιβάλλοντος στην πόλη της. Αυτή η «ανομοιομορφία» των λόγων που οδήγησαν τη νεολαία στους δρόμους καταγράφηκε και στην πρώτη έρευνα γνώμης που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης στην οποία οι συμμετέχοντες καλέστηκαν να διευκρινίσουν τι τους εξανάγκασε σε διαμαρτυρίες: Το 92.4% υπέδειξε την αυταρχικότητα του Πρωθυπουργού, το 91.1% την καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, το 91.3% την αστυνομική βία, το 84.2% τη στάση που τήρησαν τα ΜΜΕ, το 56.2% το κόψιμο των δέντρων και μόνο το 7.7% υπέδειξε την καθοδήγηση κομματικών ή άλλων πολιτικών οργανώσεων.
Η ιδεολογική ανατομία των «ανήσυχων μοντέρνων»
Επομένως στη βάση των πιο πάνω στοιχείων, εύκολα μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για το πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο των κινητοποιήσεων σε συνδυασμό με τις ρήξεις που προκάλεσε τα τελευταία χρόνια το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Η ίδια η εξέλιξη της μαζικοποίησης των διαμαρτυριών και της κορύφωσης των αιτημάτων τους, δείχνει ένα σημαντικό νέο στοιχείο: Ιδιαίτερα από το 2011 και μετά, ένα μέρος της κοινωνίας που προφανώς δεν είχε στηρίξει το κόμμα του Έρντογαν βρίσκεται ενώπιον μιας διευρυμένης απόστασης από την ιδεολογία της εξουσίας, μιας απόστασης που δημιουργεί τέτοια πόλωση ικανή να θέσει κάποια πολιτικά όρια στην πλειοψηφία. Ο «βηματισμός» των κινητοποιήσεων ακολούθησε περίπου την εξής πορεία: Η πρώτη μέρα επικεντρώθηκε στην προστασία του περιβάλλοντος στο πάρκο του Γκεζί. Η δεύτερη μέρα ήταν μια ξεκάθαρη αντίδραση στην αστυνομική βία. Η τρίτη μέρα άγγιξε τα ζητήματα του ελέγχου της ιδιωτικής ζωής. Ενώ η τέταρτη μέρα απέκτησε πλέον τον κεντρικό άξονα των αντιδράσεων που ήταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Έρντογαν και οι πολιτικές του.
Μέσα από τα πιο πάνω μπορεί κάποιος να διακρίνει τα κεντρικά ζητήματα που απασχολούν αυτή την κοινωνική αντιπολίτευση. Αρχικά θα πρέπει να γίνει λόγος για μια νέα αντίληψη που σχετίζεται άμεσα με την ίδια την «πολεοδομική τάξη» μιας μεγαλούπολης όπως η Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη του πάρκου Γκεζί ανέδειξε μια συγκεκριμένη διαμαρτυρία ενάντια στον επιθετικό τρόπο δραστηριοποίησης του κεφαλαίου στον κατασκευαστικό τομέα. Εάν υπάρχει κάτι στην Τουρκία και ειδικά στην Κωνσταντινούπολη που ταυτίζει τις επιπτώσεις από τη ξέφρενη καπιταλιστική ανάπτυξη με τις περιβαλλοντικές και πολιτισμικές ευαισθησίες του κόσμου, αυτό είναι το πιο ολοκληρωμένο πρόσωπο του τουρκικού καταναλωτισμού, δηλαδή τα τεράστια εμπορικά κέντρα. Στα αρχικά στάδια, τα εμπορικά κέντρα ήταν αυτά που συγκέντρωσαν τον ενθουσιασμό αυτών των στρωμάτων του πληθυσμού. Όμως στη συνέχεια μετατράπηκαν σε «αρπακτικά» εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και μετασχηματισμού της «ψυχής» της Κωνσταντινούπολης.
Παράλληλα η οικονομική πίεση στα μικρομεσαία και κατώτερα στρώματα του πληθυσμού, η επιβολή μέτρων γενικευμένης ευέλικτης και ανασφάλιστης εργασίας, η προσπάθεια αποδυνάμωσης των συνδικάτων και η απόλυτη εφαρμογή «υπεργολαβιών» σχεδόν σε πολλούς τομείς της οικονομίας, διευκόλυναν τη συνεργασία του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος με το βασικό κορμό των διαδηλώσεων. Τα ευρύτερα συνθήματα για περισσότερη δημοκρατία και πλουραλισμό, καθώς και η καταγγελία της αυταρχικότητας της κυβέρνησης, αποτέλεσαν μια κοινή βάση διεκδικήσεων από τους πιο πάνω πρωταγωνιστές. Το δεδομένο αυτό λειτούργησε προς δύο σημαντικές κατευθύνσεις, τουλάχιστον κατά τις πρώτα στάδια των κινητοποιήσεων. Από τη μια δημιούργησε εμπόδια προς τους κεμαλικούς-εθνικιστικούς κύκλους που επιδίωξαν να εγκολπωθούν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Από την άλλη συνέβαλε στη διεύρυνση του πολιτικού πλαισίου των αιτημάτων, γεγονός που καταγράφηκε επίσημα στις διακηρύξεις της Πλατφόρμας του Ταξίμ. Οι διακηρύξεις συμπεριέλαβαν ζητήματα όπως η ακύρωση της αναστήλωσης του οθωμανικού στρατώνα στο Γκεζί, κατάργηση κάθε πολιτικής ελέγχου του τρόπου ζωής των πολιτών και άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος.
Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποχτά το δίπολο αντιπαράθεσης κοσμικότητας και Ισλάμ. Ανάμεσα στο βασικό κορμό των διαμαρτυριών καθώς και στα αιτήματα των διαδηλωτών, εύκολα μπορεί κάποιος να διακρίνει την ανησυχία ενός μέρους της κοινωνίας από την πορεία θρησκευτικής συντηρητικοποίησης της Τουρκίας. Οι «ανήσυχοι μοντέρνοι» έθεσαν με ολοκληρωμένο τρόπο τη διεκδίκηση της κοσμικότητας του ιδιωτικού-ατομικού τους χώρου. Υπό αυτή την έννοια διαφοροποιήθηκαν σε καθοριστικό βαθμό από τον τρόπο που μέχρι σήμερα η κεμαλική ελίτ νοηματοδοτεί την κοσμικότητα ως την απόλυτη αρχή του κράτους, της κοινωνίας και του ατόμου. Μέχρι στιγμής, οι κινητοποιήσεις δείχνουν ότι ένα μέρος της κοινωνίας αντιπαλεύει τον εξισλαμισμό, αλλά την ίδια στιγμή απομακρύνεται από την αυταρχική έννοια της κεμαλικής κοσμικότητας.
Ο Έρντογαν και ο ισλαμικός πατερναλισμός
Το 1994, τότε ως Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, ο Έρντογαν δεν επέτρεψε το σερβίρισμα αλκοόλ σε μια έκθεση ζωγραφικής η οποίο φιλοξενήθηκε σε αίθουσα του Δημαρχείου. Ο δημοσιογράφος Αλπέρ Γκιορμιούς τον ρώτησε αργότερα για τους λόγους μιας τέτοιας ενέργειας και ο μετέπειτα Πρωθυπουργός της Τουρκίας απάντησε ως εξής: «Εγώ είμαι ταυτόχρονα και ο ιμάμης αυτής της πόλης. Συνεπώς είμαι υπεύθυνος και για τις αμαρτίες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης». Στη συγκεκριμένη δήλωση, το «ισλαμικό λίπασμα» δε θα πρέπει να οδηγήσει σε μονοδιάστατες ερμηνείες γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η θρησκεία. Το προαναφερθέν παράδειγμα αναδεικνύει ακριβώς αυτό που δήλωσαν με έμφαση οι κινητοποιήσεις του τελευταίου χρονικού διαστήματος: Ένα μέρος της κοινωνίας αντιδρά στην πατριαρχική αντίληψη και την αυταρχική της εφαρμογή από τον Πρωθυπουργό.
Ο Έρντογαν διεκδικεί να μετατραπεί σε «στοργικό πατέρα» ενός έθνους-μιλλέτ, ο οποίος επειδή ακριβώς θα έχει αυτή την «ιδιότητα» θα διεκδικεί παράλληλα και με απόλυτο τρόπο την «αλήθεια». Δηλαδή ένας ηγέτης που γνωρίζει κατά αποκλειστικότητα το «καλό του έθνους», αλλά και τα «κακά-αμαρτίες» από τις οποίες πρέπει να το προστατεύσει. Η φράση «το κάνω αυτό γιατί αγαπώ το έθνος μου» – φράση του Έρντογαν που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία – αποκαλύπτει ένα πολιτικό ηγέτη που επιδιώκει την συγκεντροποίηση των εξουσιών του σε ένα πατερναλιστικό πλαίσιο. Έτσι το σύνθημα «Ταγίπ παραιτήσου» ουσιαστικά υποδεικνύει τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η «ερντογανοποίηση» της πολιτικής ζωής στην Τουρκία και η οποία περιθωριοποιεί ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας από τις διαδικασίες που αφορούν στο περιβάλλον τους, στην ιδιωτική τους ζωή, στην πόλη και στην εργασία τους.  
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, οι αντιδράσεις των διαδηλωτών με στόχο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό φανερώνουν, όχι την αποκαθήλωση αλλά την ισχυρή αμφισβήτηση ενός πατερναλισμού «ισλαμικού τύπου» από μια γενιά ανθρώπων που ούτως ή άλλως δε έζησαν μέσα στις παραδοσιακές αξίες της τουρκικής οικογένειας. Δεν μεγάλωσαν υπό το αυστηρό αλλά ταυτόχρονα «στοργικό» βλέμμα του «Πατέρα» του σπιτιού, μιας προσωπικότητας της οποίας ο λόγος και η βούληση δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Τα όρια του ΑΚΡ
Οι κινητοποιήσεις στην Τουρκία φέρουν μαζί τους σημαντικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας που αξίζει να τύχουν προσεκτικής παρακολούθησης. Πρόκειται τελικά για ένα ξέσπασμα μιας μερίδας του πληθυσμού που δεν συγκροτεί το πλειοψηφικό ρεύμα, αλλά που σίγουρα δεν αποτελεί μια μειονότητα που μπορεί κανείς να υποτιμήσει εύκολα. Τα ερωτήματα που προκύπτουν αναφορικά με την αντοχή που θα έχουν στο χρόνο αυτές οι διαμαρτυρίες, αλλά και αναφορικά με την οργανωτικότητα τους, συνεχίζουν να υπάρχουν. Οι κινητοποιήσεις αυτές στο παρόν στάδιο αδυνατούν να συγκροτήσουν μια περιεκτική εναλλακτική πρόταση εξουσίας και υπό αυτή την έννοια το κενό αντιπολίτευσης στην Τουρκία συνεχίζει να υπάρχει. Όμως είναι γεγονός ότι η παντοδυναμία του Πρωθυπουργού Έρντογαν, μπαίνει πλέον σε νέες δοκιμασίες, η τελική κατάληξη των οποίων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που θα πάρει ο ίδιος. Το κεντρικό σημείο της μέχρι τώρα επιτυχίας των διαδηλώσεων είναι η ξεκάθαρη υπογράμμιση ότι η αντίληψη του ΑΚΡ περί πλειοψηφικής κηδεμονίας που περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την έννοια της δημοκρατίας, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι «προσεκτικές αποστάσεις» που τηρεί το οργανωμένο κουρδικό κίνημα από τις κινητοποιήσεις, καθώς και η υπογράμμιση του Οτζαλάν ότι δε θα πρέπει να αφεθούν οι κύκλοι της Εργκενεκόν να κυριαρχήσουν στις πλατείες, μαρτυρούν ότι οι Κούρδοι θέτουν φυσιολογικά σε προτεραιότητα την πορεία επίλυσης του Κουρδικού. Ζήτημα που θα καθορίσει την εξέλιξη της «νέας» Τουρκίας, τόσο εσωτερικά, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Νίκος Μούδουρος
Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα CyprusNews, Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s