Όταν η Ιστορία επανέρχεται στην καθημερινότητα

kurdistan referandumu

 Η ανεξαρτησία των Κούρδων και η πολυπλοκότητα της κρίσης στην Μέση Ανατολή

Η κουρδική ανεξαρτησία ως ζήτημα 100 χρόνων…

Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ πραγματοποιήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2017 και όπως είναι γνωστό κατέληξε με το συντριπτικό 92.7% στήριξης του «ναι». Είναι ένα από εκείνα τα γεγονότα-τομές που οι ιστορικοί της περιοχής δεν θα μπορούν να προσπεράσουν. Την ίδια στιγμή είναι εξέλιξη που θα επηρεάζει την καθημερινότητα της Μέσης Ανατολής για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα. Η 25η Σεπτεμβρίου 2017 είναι ιστορικά η δεύτερη φορά στα τελευταία περίπου 100 χρόνια που η διεθνής κοινότητα βρίσκεται, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, αντιμέτωπη με το ζήτημα της ανεξαρτησίας των Κούρδων της περιοχής. Η πρώτη φορά ήταν στο περιβάλλον που δημιούργησε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν το θέμα ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν εισήλθε στις διεθνείς σχέσεις, μάλιστα συμπεριλαμβάνοντας τότε ένα μέρος των εδαφών της τότε καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σημερινής Τουρκίας. Η εν λόγω περίοδος τελικά στιγματίστηκε από την αγγλογαλλική συμφωνία αποικιοκρατικού χαρακτήρα, γνωστότερη ως «μυστική συμφωνία Σάικς-Πικό», στη βάση της οποίας η Βρετανία και η Γαλλία μοίρασαν σε σφαίρες επιρροής πολλές από τις αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έστω και αν η συγκεκριμένη συμφωνία δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας καθορισμού του χάρτη της Μέσης Ανατολής, εντούτοις είναι γεγονός ότι η εμφάνιση των εθνικών κρατών της περιοχής που μεταξύ άλλων κατακερμάτισε τον κουρδικό πληθυσμό σε τέσσερα διαφορετικά κρατικά σύνορα (Τουρκία, Ιράκ, Συρία, Ιράν), θεωρείται από πολλούς ως προϊόν της δυτικής επιθετικότητας και επιβολής. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των Κούρδων φέρει μαζί του μέχρι σήμερα την ιστορική πεποίθηση ότι αυτοί ήταν οι ανταγωνισμοί που τους στέρησαν την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης τους. Από τότε μέχρι σήμερα πολλοί είναι αυτοί που περιγράφουν τον κουρδικό πληθυσμό ως το «μεγαλύτερο έθνος χωρίς κράτος».

Συνέχεια

Advertisements

Τουρκοκύπριοι: Αυτοί οι απρόθυμοι Μουσουλμάνοι

cache_728x3000_Analog_medium_427344_593725_392017

Οι ανησυχίες του ΑΚΡ για την τουρκοκυπριακή κοσμικότητα

Το καλοκαίρι του 2011 τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας ο Έρντογαν επισκέφθηκε τα κατεχόμενα για σειρά επαφών, οι οποίες όμως χαρακτηρίζονταν από τις ιδιαίτερες συγκυρίες της εποχής. Όπως και σήμερα, έτσι και τότε ήταν μια περίοδος κορύφωσης της έντασης μεταξύ Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας εξαιτίας της επιβολής του οικονομικού πρωτοκόλλου. Είχαν προηγηθεί οι μεγάλες κινητοποιήσεις της συνδικαλιστικής πλατφόρμας ενάντια στα μέτρα λιτότητας τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του ίδιου έτους, όπως και η γνωστή δήλωση του Έρντογαν με την οποία χαρακτήριζε τους Τουρκοκύπριους ως «τρόφιμους – αναγιωτούς». Σε αυτό το ιδιαίτερο πλαίσιο της τότε επίσκεψης, ο Έρντογαν είπε πολλά και αποκαλυπτικά. Μεταξύ άλλων υπενθύμισε και την βασική – πολλές φορές «ανομολόγητη» – αντίληψη που διατηρεί μέχρι σήμερα το ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα και την σχέση της με την θρησκεία. Μιλώντας σε Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους, ο τότε Πρωθυπουργός υπογράμμισε: «Η Βόρεια Κύπρος είναι μια τουρκική και μουσουλμανική χώρα. Θα πρέπει να είμαστε περήφανοι για αυτά μας τα χαρακτηριστικά και να μην έχουμε αμφιβολίες στο να τα προωθούμε. Τη στιγμή που η Ελληνοκυπριακή πλευρά δείχνει τόση αφοσίωση στους δεσμούς της με την Εκκλησία, εμείς θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε περισσότερο τις πολιτιστικές μας ιδιαιτερότητες με ακόμα περισσότερα τζαμιά και ακόμα περισσότερη θρησκευτική εκπαίδευση».

Συνέχεια

Προς μια κανονικοποίηση της διχοτόμησης;

FullSizeRender

Δυναμικές πίσω από την συζήτηση περί μονομερών μέτρων Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων

Αμέσως μετά την αποτυχία της τελευταίας διάσκεψης για το Κυπριακό, απελευθερώθηκαν πολλές και σύνθετες δυναμικές, τόσο στην Άγκυρα, όσο και ιδιαίτερα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Το κεντρικό χαρακτηριστικό των δυναμικών αυτών βασίζονται στην αντιπαράθεση που διεξάγεται σε σχέση με το εάν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα για μια ομοσπονδιακή λύση στο Κυπριακό ή εάν θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια στις υφιστάμενες παραμέτρους του ΟΗΕ. Οι δύο αυτοί βασικοί άξονες της αντιπαράθεσης στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, δεν είναι βεβαίως νέοι. Αντίθετα εντάσσονται σε ένα σημαντικό ιστορικό πλαίσιο, η νεότερη φάση του οποίου ήταν η περίοδος που ακολούθησε την εισβολή του 1974. Παρόλο που οι δύο προαναφερθέντες άξονες όπως και οι εκπρόσωποι τους, δέχονται τις μετασχηματιστικές επιρροές του χρόνου, εντούτοις θα μπορούσε να λεχθεί ότι η σημερινή αντιπαράθεση φέρει μαζί της τα βασικά ιστορικά τους χαρακτηριστικά. Έτσι, σε γενικές γραμμές σημειώνεται ότι αμέσως μετά το Κράν Μοντάνα οι βασικές δυνάμεις της τουρκοκυπριακής δεξιάς συμφωνούν στην αλλαγή στρατηγικής και απομάκρυνσης από την ομοσπονδιακή προοπτική, ενώ οι βασικές δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς επιμένουν στην διατήρηση των προσπαθειών επίλυσης εντός του ομοσπονδιακού πλαισίου.

Συνέχεια

Αντιπαράθεση για τα μοντέλα λύσης του Κυπριακού

dügüm2

Ανασκόπηση των προσεγγίσεων Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων

Είτε υπάρξει συνέχιση των προσπαθειών στο Κυπριακό, είτε όχι, ένα σοβαρό δεδομένο που προκύπτει στη σημερινή συγκυρία αναφορικά με τις σχέσεις Τουρκίας και Τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι οι πολυσύνθετες δυναμικές που απελευθέρωσε η πρόσφατη αποτυχία της Διάσκεψης στο Κραν Μοντάνα. Οι δυναμικές της σημερινής συγκυρίας, δύσκολες στην αποκωδικοποίηση, αφορούν κυρίως στις ιδεολογικές και πολιτικές αναζητήσεις της Τουρκοκυπριακής κοινότητας για το μελλοντικό της καθεστώς. Υπό αυτή την έννοια, αγγίζουν τα ζητήματα της συνεργασίας και συμβίωσης με τους Ελληνοκύπριους καθώς και τα θέματα της μελλοντικής πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρουσίας της Τουρκίας στα βόρεια εδάφη του νησιού. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους μια προσπάθεια συνεπούς παρακολούθησης της εξέλιξης των τουρκοκυπριακών αναζητήσεων, καθίσταται αναγκαία αφού αυτές θα επηρεάζονται σταδιακά τόσο από το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον και τη στάση της Τουρκίας, όσο και από τα μηνύματα που θα εκπέμπει η Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Συνέχεια

Αντικατοπτρισμοί της εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας στο Κραν Μοντάνα

cache_728x3000_Analog_medium_413879_580064_872017

Παράγοντες που επηρεάζουν τις θέσεις της Άγκυρας

 

«Δεν υπάρχει κανένα νόημα να επιμένουμε στις υφιστάμενες παραμέτρους του ΟΗΕ… Θα συνεχίσουμε την προσπάθεια για να λυθεί αυτό το πρόβλημα με άλλες παραμέτρους». Αυτά ήταν τα πρώτα μηνύματα του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, λίγες μόνο στιγμές μετά την ανακοίνωση της αποτυχίας της διάσκεψης για το Κυπριακό στο Κρανς Μοντάνα. Τα ξημερώματα της 7ης Ιουλίου 2017, τουλάχιστον σε ότι αφορά στην αντίληψη της Άγκυρας για την Κύπρο, φαίνεται να σηματοδοτούν μια νέα πορεία αναζητήσεων. Αναζητήσεων δύσκολων, πολύπλοκων, επηρεαζόμενων από τις τεκτονικές αλλαγές της ευρύτερης περιοχής, αλλά σίγουρα τέτοιων αναζητήσεων που θα έχουν ως προσανατολισμό τόσο την περαιτέρω πίεση προς την Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και τον βαθύτερο μετασχηματισμό της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ακριβώς λόγω της ρευστότητας του επόμενου χρονικού διαστήματος και των εξελίξεων που θα προκληθούν από την αποτυχία της πρόσφατης διάσκεψης, θα ήταν χρήσιμη μια αξιολόγηση της «μεγάλης εικόνας» που επηρεάζει τα τελευταία χρόνια την αντίληψη της Τουρκίας για την Κύπρο.

Συνέχεια

Kutlu Adalı. 21 χρόνια μετά…

Αφώτιστες στιγμές κυπριακής ιστορίας 6

19748702_10156324274078976_1203753100844250494_n

Το πρωτοσέλιδο της Yeni Düzen στις 8 Ιουλίου 1996, το οποίο ανακοινώνει τη δολοφονία του Kutlu Adalı με τον τίτλο «Δεν θα σιωπήσουμε»

21 χρόνια μετά…

Στις 6 Ιουλίου 1996 δολοφονήθηκε ο δημοσιογράφος Kutlu Adalı έξω από το σπίτι του.
Ο Adalı ήταν ένας από τους συνεπέστερους διανοούμενους-υπερασπιστές της ανάδειξης της κυπριακής ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων μετά το 1974. Όπως πολλοί άλλοι, έτσι και ο Adalı βρέθηκε κοντά στους κύκλους της ΤΜΤ στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Όμως η διχοτόμηση του 1974 και νέα πραγματικότητα των Τουρκοκυπρίων, επηρέασαν ριζικά τόσο τις ερευνητικές, όσο και τις ευρύτερες πολιτιστικές του αναζητήσεις.

Η δολοφονία του μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα από τα θλιβερότερα επεισόδια της πόλωσης ανάμεσα στους υποστηριχτές της αντίληψης ότι η Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν μια προέκταση του τουρκικού έθνους και σε όσους επέμεναν να επανατοποθετούν την κοινότητα στον δικό της (κυπριακό) γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.

Για πολλά χρόνια αρθρογράφος στην εφημερίδα Ortam και στη συνέχεια στην εφημερίδα Yeni Düzen, ο Adalı ανέπτυξε μέσα από τα κείμενα του μια ανοιχτή γραμμή αντιπαράθεσης ενάντια στην ιεραρχική σχέση Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων. Επέκρινε την σχέση «μητέρας πατρίδας-μικρής πατρίδας» και έθεσε νέες γραμμές διεκδίκησης στην προσπάθεια «υποκειμενοποίησης» των Τουρκοκυπρίων και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής τους αυτονομίας. Μεταξύ άλλων αποκάλυψε τη δράση του τουρκικού παρακράτους… ίσως ένας από τους λόγους της δολοφονίας του.

Το τελευταίο κείμενο του Kutlu Adalı δημοσιεύθηκε στην Yeni Düzen στις 4 Ιουλίου 1996 με τον τίτλο «Η ράβδος και το πουλάρι».

Χαρακτηριστικό της κριτικής και αυτοκριτικής αντιμετώπισης της εξάρτησης που δημιουργούσε η Τουρκία, ένα απόσπασμα του κειμένου αναφέρει:
«Πρέπει να παραιτηθούμε από την πολιτική της ‘μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας’. Στην ψυχή αυτής της πολιτικής υπάρχει το κρίμα, υπάρχει η ανικανότητα και το κλαψούρισμα, υπάρχει η επαιτεία και η τεμπελιά, υπάρχει η εκμετάλλευση, υπάρχει η ένδεια και η υποταγή, υπάρχουν χαστούκια στο πρόσωπο, σφαλιάρες και κλωτσιές, υπάρχει καταπίεση, πίπτει ράβδος, όμως δεν υπάρχει καθόλου χώρος για προσωπικότητα, για ταυτότητα, για περηφάνια και αξιοπρέπεια. Όταν ο άνθρωπος αποκοιμηθεί στη σχέση μητέρας-μικρής πατρίδας τότε δεν μπορεί να παράγει πολιτική, εξαφανίζεται η κουλτούρα και η κοινοτική του δομή, εξαφανίζονται οι δικοί του ιδιαίτεροι νόμοι, κανόνες και ρυθμίσεις, παραδίδεται στο νόμο της μητέρας πατρίδας…».

Η δολοφονία του Adalı σημοτοδότησε τέτοιες πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις στην κοινότητα που δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι αποτέλεσε τελικά και μια από τις αρχικές βάσεις δημιουργίας του κινήματος υπέρ της ομοσπονδιακής λύσης, έτσι όπως εκφράστηκε μερικά χρόνια μετά με την ίδρυση της πλατφόρμας «Αυτή η χώρα είναι δική μας».

σοπα

Το τελευταίο άρθρο του στην Yeni Düzen στις 4 Ιουλίου 1996

 

Νίκος Μούδουρος

7 Ιουλίου 2017

Θέσεις/Προτάσεις Τουρκίας για Εγγυήσεις-Ασφάλεια. Τί γίνεται στην Ελβετία;

cavusoglu

Η πιο κάτω αξιολόγηση γίνεται στη βάση πληροφοριών (επιβεβαιωμένων ή όχι) που μεταδίσουν τουρκικά και τουρκοκυπριακά ΜΜΕ, στη βάση διαρροών ή δηλώσεων Τούρκων ή Τουρκοκύπριων αξιωματούχων κατά το προηγούμενο διάστημα, καθώς και στη βάση των “συμφραζομένων” της Άγκυρας στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο της περιοχής. Το πλαίσιο της αξιολόγησης δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένο εφόσον ακόμα δεν έχει δημοσιευθεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο και επίσημο έγγραφο καταγραφής αυτών των θέσεων (συνεπώς η αξιολόγηση ΔΕΝ αφορά στο τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αποδεχτεί ο Ελληνοκύπριος ηγέτης). Οι κινήσεις/θέσεις/προτάσεις της Άγκυρας στο κεφάλαιο των εγγυήσεων-ασφάλειας στο Κυπριακό, μπορούν να εκτιμηθούν σε δύο επίπεδα: Το πρώτο επίπεδο είναι το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της διάσκεψης στην Ελβετία και της σημασίας της για το μέλλον. Το δεύτερο επίπεδο, συνδέεται με ουσιαστικές πτυχές που θέλει η Άγκυρα να πετύχει στο συγκεκριμένο κεφάλαιο και κατ΄επέκταση στην συνολική διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος.

Το πρώτο επίπεδο: Είναι το πιο ξεκάθαρο. Η διάσκεψη στην Ελβετία ξεκίνησε με την κατάθεση κάποιων “σημείων” από πλευράς του ΥΠΕΞ της Τουρκίας, μέσα σε ένα δημόσιο περιβάλλον “φορτικής” επανάληψης ότι η Άγκυρα θεωρεί “τελικό σταθμό/καταληκτικό σημείο” την παρούσα διαδικασία. Ανεξαρτήτως του περιεχομένου των “σημείων”, η δυναμική περί ενός “καταληκτικού σημείου” είναι στρατηγικής σημασίας. Υπογραμμίζει μέρος του αναθεωρητικού ύφους της πολιτικής της Τουρκίας σε αυτό το στάδιο. Με λίγα λόγια, το στάτους-κβο του 1974 πρέπει πλέον να αλλάξει με τρόπο που να προσαρμόζεται στις νέες ανάγκες των ισορροπιών στην περιφέρεια. Το στάτους-κβο μπορεί να αλλάξει είτε με συμφωνημένη λύση (στη συγκεκριμένη περίπτωση διζωνικής-δικοινοτικής Ομοσπονδίας), είτε και με τη διεθνή αποδοχή της άποψης ότι μετά από τόσα χρόνια αναποτελεσματικών συνομιλιών στη βάση του συγκεκριμένου μοντέλου, θα πρέπει να σηματοδοτηθεί η έναρξη “νέων αναζητήσεων/νέων μοντέλων λύσης” (Σε αυτές τις νέες αναζητήσεις φυσικά εισέρχονται πολλές και διαφορετικές επιλογές: από την περαιτέρω οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση των κατεχομένων, μέχρι και σε μορφές “ταϊβανοποίησης”). Το βασικό σημείο όμως εξακολουθεί να είναι για την Άγκυρα το ότι το “καταληκτικό σημείο” θα πρέπει να αποτελέσει “συμπέρασμα” με ένα βαθμό διεθνούς νομιμοποίησης. Ενώ για να ανοίξει σε κάποια χρονική στιγμή το θέμα των “εναλλαχτικών λύσεων” στο Κυπριακό, είναι απαραίτητη η καταγραφή καλής θέλησης της Άγκυρας στο τραπέζι του διαλόγου. Δηλαδή η κατάρρευση των συνομιλιών να χρεωθεί “στην άλλη πλευρά”.

Με την διπλή αυτή πτυχή είναι αναμενόμενο ότι η Άγκυρα έχει καταθέσει/θα καταθέσει προτάσεις. Εξαιτίας των γεωπολιτικών ισορροπιών στο νησί μετά το 1974, οι προτάσεις της Άγκυρας μπορούν να λειτουργήσουν προς δύο κατευθύνσεις: Η πρώτη είναι στο ότι δημιουργούν πιο εύκολα πεδία “μανούβρας” στον ισχυρό παράγοντα που τις καταθέτει, δηλαδή πολλαπλασιάζουν το πεδίο μέσα στο οποίο ο πιο ισχυρός μπορεί προχωρήσει σε “παζαρέματα”. Η δεύτερη κατεύθυνση είναι ότι η παραμικρή κίνηση – σε σύγκριση με την απόλυτη θέση των προηγούμενων ετών – μπορεί να κερδίσει αποδοχή/νομιμοποίηση από το διεθνή παράγοντα (διότι οι συνομιλίες για το Κυπριακό δεν αφορούν μόνο σε μηνύματα προς τις δύο κυπριακές κοινότητες). Επομένως δεν θα πρέπει να “ξενίζει” η επιμονή της Άγκυρας να υπάρξει συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη διάσκεψη. Αντίθετα αυτή η επιμονή είναι παράγοντας δυναμικών εξελίξεων (αρνητικών ή θετικών) στη διαδικασία που συνεχίζεται.

Το δεύτερο επίπεδο: Είναι πιο περίπλοκο και αφορά στην ουσία των πληροφοριών για τις θέσεις που κατέθεσε η Τουρκία στο κεφάλαιο εγγυήσεις-ασφάλεια. Μέχρι στιγμής τόσο το ΥΠΕΞ της Τουρκίας, όσο και ο ΥΠΕΞ Τσιαβούσιογλου επιμένουν ότι αποδέχονται την αναθεώρηση του συστήματος εγγυήσεων και ασφάλειας, αλλά απορρίπτουν την ιδέα “μηδενικές εγγυήσεις-μηδεν στρατός”. Συνεπώς ένα από τα πολλά σενάρια είναι ότι συζητούν την αποχώρηση στρατευμάτων, την μόνιμη παραμονή μονάδας/βάσης και την επαναξιολόγηση του συστήματος εγγυήσεων. Η περίπτωση επαναξιολόγησης φυσικά θα αφορά σε συγκεριμένα χρονικά διαστήματα, για τα οποία διάφορες πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι αυτά πρέπει να συνδεθούν με την παρακολούθηση της εφαρμογής της εκ περιτροπής προεδρίας/διασταυρούμενης ψήφου (ίσως και άλλα θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης). Η χρονική διάρκεια και το εάν η επαναξιολόγηση θα οδηγεί σε κατάργηση των εγγυήσεων, είναι θέματα που η Άγκυρα αφήνει ανοιχτά για να μπορεί να διαπραγματευτεί περαιτέρω τις θέσεις της. Όλα τα πιο πάνω δεν είναι νέα. Ως σκέψεις και πεδία ανταλλαγών έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί (με διαφορετικό τρόπο) από τον ίδιο τον Έρντογαν από τον Ιανουάριο 2017.

Θα ήταν σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι στο επίπεδο αυτό η πρώτη διαφοροποίηση (τουλάχιστον μέχρι στιγμής) είναι η σχετική “αποκοπή” του εδαφικού από τις εγγυήσεις-ασφάλεια. Η στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας διατηρούσε για πολλά χρόνια την αντίληψη ότι το σύστημα εγγυήσεων και ασφάλειας στην λύση του Κυπριακού θα έπρεπε να είναι συνδεδεμένο με το εδαφικό. Δηλαδή την όσο το δυνατό μικρότερη μετακίνηση πληθυσμών και την “ευθυγράμμιση των συνόρων/διοικητικών ορίων” μεταξύ των ομόσπονδων μερών. Αυτό βέβαια για να επιβεβαιωθεί θα πρέπει να λήξει η διαπραγμάτευση. Πάντως στο σημερινό πλαίσιο, φαίνεται ότι η Άγκυρα δίνει περισσότερη σημασία στη διασύνδεση του κεφαλαίου των εγγυήσεων με άλλα θέματα, όπως π.χ η εκ περιτροπής προεδρία ή η ειδική μεταχείριση Τούρκων υπηκόων (σε σχέση με την Ε.Ε) κλπ. Υπολογίζει ότι η οικονομική και κοινωνική της παρουσία στην Κύπρο μετά από τόσες δεκαετίες δεν μπορεί να επηρεαστεί σε καθοριστικό βαθμό, έστω και αν “μειωθεί” η επιρροή της στο σύστημα των εγγυήσεων (στο σημείο αυτό οι δυναμικές δεν διασφαλίζουν ακριβώς αυτό που επιθυμεί η Άγκυρα, γιατί τα υπόγεια ρεύματα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας – υπό προϋποθέσεις – μάλλον οδηγούν προς την ενίσχυση της αντιπολίτευσης προς την Τουρκία και όχι στον περαιτέρω έλεγχο σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού).

 

 

Νίκος Μούδουρος

30 Ιουνίου 2017